BASTIR= ΠΡΧ ΒΑΣΤΑΩ, ΒΑΣΤΗΓΜΑ, ΠΡΟΜΗΘΕΙΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
abasto πρχ αυτό με το οποίο βαστώ κάποιον
1. α, προμήθεια, παροχή αναγκαίων, mercado de abastos, αγορά προμηθειών
Sin abastos el poblado sobrevivirá pocas semanas,
Χωρίς προμήθειες ο πληθυσμός θα επιβιώσει μόνο για λίγες εβδομάδες
2. αφθονία σε κάτι, μεγάλη ποσότητα, επειδή σε βαστάει για πολύ καιρό
3. εκφ, no dar abasto, δεν βαστάω = δεν τα βγάζω πέρα, δεν τα καταφέρνω, προλαβαίνω
δεν τα προλαβαίνω, tengo tanto trabajo que no puedo dar abasto,
έχω τόση δουλειά που δεν τα προλαβαίνω
abastecer 1. ρμ, βαστάω κάποιον με τα αναγκαία= προμηθεύω, παρέχω, διαθέτω,
la vaca abastece de leche a toda la familia,
η αγελάδα βαστάει= προμηθεύει με γάλα όλη την οικογένεια
El gobierno está trabajando para abastecer a los afectados de agua y comida,
Η κυβέρνηση καταβάλλει προσπάθειες για να παρέχει στους πληγέντες νερό και τρόφιμα
2. ραντ, προμηθεύομαι
abastecimiento 1. α, προμήθεια αγαθών, αναγκαίων, παροχή,
el abastecimiento llegó con retraso, η προμήθεια έφτασε με καθυστέρηση
abastecimiento de medicinas, προμήθεια φαρμάκων
abastecedor, ra 1. α θ, προμηθευτής, -ια, παροχέας, πάροχος,
su empresa es la principal abastecedora de neumáticos,
η εταιρία του είναι η κύρια προμηθεύτρια ελαστικών
abastecido, da 1. ε, βαστηγμένο από αγαθά= εξοπλισμένος, -η, -o,
una tienda bien abastecida, ένα μαγαζί καλά εξοπλισμένο, με ποικιλία αγαθών
bastimentar 1. ρμ, δίνω βάσταγμα= εφοδιάζω
bastimento 1. α, εφόδια, προμήθειες, τρόφιμα
desabastecer 1. ρμ, δεν βαστάω με εφόδια= διακόπτω τον εφοδιασμό
desabastecimiento 1. α, έλλειψη εφοδιασμού
desabastecido, da ε, χωρίς βάσταγμα= στερούμενος, -η, -o εφοδίων
reabastecer 1. ρμ, περι-βαστάζω= αν-εφοδιάζω
reabastecimiento 1. α, ανεφοδιασμός
Bastilla 1. ονο, φρούριο Βαστίλη
2. εκφ, la toma de la Bastilla, ιστ, η κατάληψη της Βαστίλης
bastillado, da 1. ε, ερλ, με ανεστραμμένες επάλξεις
bastión 1. α, που προ-βαστάει τον εχθρό= προμαχώνας, ακρόβαθρο
El viejo fuerte colonial está fortificado con cuatro bastiones,
Το παλιό αποικιακό φρούριο είναι οχυρωμένο με τέσσερις προμαχώνες
2. πρχ βαστάζων> για άτομο, πράγμα που βαστάει, προστατεύει σαν οχυρό, στυλοβάτης,
προπύργιο, es un bastión del cristianismo, είναι ένα οχυρό του χριστιανισμού
Esta ciudad es el último bastión liberal que queda en el país,
Αυτή η πόλη είναι το τελευταίο φιλελεύθερο προπύργιο στη χώρα
abastionar 1. ρμ, στρ, αντι-βασταζω> στήνω βαστάγματα για τον εχθρό= οχυρώνω
bastida 1. θ, στρ, πύργος πολιορκίας, πρχ σαν βαστίλη> μικρό φρούριο
bastidor πρχ βαστητήρ-ας> που βαστάει
1. α, τελάρο για ύφασμα, πανί, bastidor de lienzo
2. πλαίσιο, los bastidores de madera de las ventanas estaban podridos,
τα ξύλινα πλαίσια, κουφώματα των παραθύρων ήταν σάπια
3. τελάρο κεντήματος, La mejor forma de bordar es colocando la tela en un bastidor,
Ο καλύτερος τρόπος για να κεντήσετε είναι τοποθετώντας το ύφασμα σε ένα τελάρο
4. αυτ, πλαίσιο σασί, σασί, bastidor de un camión, σασί φορτηγού
5. κατ, πλαίσιο
6. ναυ, σκελετός έλικα
7. σνθ, bastidor fijo, σταθερό πλαίσιο
bastidores 1. α πλ, θτρ, πλαίσιο στηρίγματος του σκηνικού
2. εκφ, θτρ, entre bastidores, μεταξύ παρασκηνίων, στα παρασκήνια,
entre bastidores corría el rumor de la enfermedad de la protagonista,
στα παρασκήνια, υπήρχε η φήμη για την ασθένεια του πρωταγωνιστή
baste 1. α, ρπτ, που βαστά το ύφασμα= τρύπωμα
2. μτφ, που βαστάει= μαξιλαράκι σέλας αναβάτη
bastear 1. ρα, ρπτ, κάνω να βαστάει το ύφασμα= τρυπώνω
embaste 1. α, ρπτ, τρύπωμα
embastar 1. ρμ, ρπτ, πρχ εμ-βαστάω με τρύπωμα= τρυπώνω,
embastó el vestido antes de coserlo, τρύπωσε το φόρεμα πριν το ράψει
2. για πάπλωμα, colchón, γαζώνω
3. για άλογα, σαμαρώνω
bastilla 1. θ, στρίφωμα, ούγια