BASCA= ΠΡΧ ΒΟΣΚΗ ΑΤΟΜΩΝ> ΠΛΗΘΟΣ, ΠΑΡΕΑ, ΠΡΧ ΦΟΥΣΚΑ ΣΤΟΜΑΧΙΟΥ> ΝΑΥΤΙΑ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
basca 1. θ, πρχ σαν φούσκα στομαχιού= αίσθημα αναγούλας, ναυτία πριν τον εμετό,
La píldora anticonceptiva me daba bascas y por eso dejé de tomarla,
Το αντισυλληπτικό χάπι μου προκαλούσε ναυτίες, οπότε σταμάτησα να το παίρνω
2. μτφ, πλήθος, ¡Menuda basca se ha reunido ante el hotel del artista!
Τι πλήθος έχει συγκεντρωθεί μπροστά στο ξενοδοχείο του καλλιτέχνη!
3. οικ, παρέα, ομάδα ατόμων, Los fines de semana salgo con mi basca por la plaza,
Τα Σαββατοκύριακα βγαίνω έξω με την παρέα μου στην πλατεία
4. εκφ, darle la basca a alguien, του δίνει> έρχεται σε κάποιον το μπάς-και= όρεξη ξαφνική, ¡ya le dio la basca! τώρα του ήρθε η όρεξη!
Juan obrará según le dé la basca, Ο Χουάν θα ενεργήσει όπως του κατέβει
bascoso, sa 1. ε, πρχ με φούσκες> ναυτίες, αναγούλες, ζαλισμένος, -η, -ο
2. πρχ σα μυρωδιά βοσκού= βρωμιάρικος, -η, -ο, αηδιαστικός, -ή, -ό
bascosidad 1. θ, πρχ σα μυρωδιά βοσκού> βοσκότητα= βρωμιά, βρομιά, ακαθαρσία
2. αηδία για κάτι, el olor de las cloacas producía bascosidad,
η μυρωδιά των υπονόμων προκαλούσε αηδία
3. πρχ φουσκότητα στομαχιού= ναυτία
basquilla 1. θ, κτν, εντεροτοξαιμία