BARÓN

BARÓN= ΠΡΧ ΒΑΡΟΝΟΣ, ΠΡΧ Β-ΑΡΡΕΝ> ΑΝΔΡΑΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

barón 1. α, βαρόνος, ευγενής με αυτόν τον τίτλο

2. μτφ, βαρόνος σαν ισχυρό άτομο σε πολιτικό κόμμα, οργάνωση, άτομο επιρροής

se convirtió en el barón que catapultó la coalición,

μετατράπηκε σε ισχυρό άτομο που εκτόξευσε την συμμαχία

El movimiento "Me Too" hundió a un barón de la prensa

Το κίνημα «Me Too» βύθισε έναν βαρόνο του Τύπου

baronesa 1. θ, βαρόνη

baronía 1. θ, τίτλος βαρονίας

2. περιοχή δικαιοδοσίας βαρόνου, βαρονία

varón 1. α, άρρην, άρρεν, El ganador es un varón de veinte años de Madrid,

Ο νικητής είναι ένας εικοσάχρονος άνδρας από τη Μαδρίτη

2. μτφ, άνδρας σεβαστός

3. σνθ, santo varón, μτφ, όσιος άρρεν= καλός άνθρωπος ή άγιος άνθρωπος

varón de Dios, άγιος άνθρωπος, άνθρωπος του Θεού

varonía 1. θ, αρρενωπότητα, ανδροπρέπεια, ιδιότητα του άρρενα απόγονου

varonil 1. ε, αρρενωπός, -ή, -ό, ανδροπρεπής, -ής, -ές

barragán, na 1. α θ, πρχ αρρεν-άγων ή β-αραγαν> (β)-εργένης, -ισσα= εραστής, ερωμένη, άτομο που συζεί εν παλλακεία

barraganería 1. θ, συμβίωση ανύπαντρου ζευγαριού

Scroll to Top