ATIZAR= ΠΡΧ Κ-ΑΥΤΗΡΙΑΖΩ> ΚΑΥΤΙΖΩ> ΥΠΟΔΑΥΛΙΖΩ ΦΩΤΙΑ, ΠΡΧ ΣΤΙΖΩ ΜΕ ΞΥΛΟ ΦΩΤΙΑΣ,
ΠΡΧ ΑΥΤΟ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΤΙΖΩ> ΚΟΥΤΣΟΥΡΟ ΜΙΣΟΚΑΜΜΕΝΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
tizón πρχ στίζω ή κ-αυτίζω με ξύλο αναμμένο
1. α, μισοκαμμένο κούτσουρο, καρβουνόξυλο σε φωτιά,
Apagué la fogata pero todavía quedaban algunos tizones ardiendo,
Έσβησα τη φωτιά, αλλά υπήρχαν ακόμα μερικά καρβουνόξυλα που έκαιγαν
2. μτφ, κηλίδα, στίγμα σε υπόληψη, σαν να στίζω κάποιον
3. βοτ, καπνία, ερυσίβη, δαυλίτης παράσιτο των σιτηρών, σαν στίγμα
4. ατκ, τμήμα της πέτρας που κρύβεται στον τοίχο, πρέκι,
El tizón de los ladrillos mide 14 centímetros, Το πρέκι από τούβλα έχει μήκος 14 εκατοστά
5. εκφ, negro como un tizón, μαύρος πίσσα, κατράμι, σαν ξύλο καμμένο που στίζει
tizonear 1. ρα, πρχ στίζω ή κ-αυτίζω φωτιά= συνδαυλίζω, ανασκαλεύω φωτιά
tizo 1. α, αποκαΐδι
atizonar 1. ρμ, κατ, συναρμόζω σε σειρά τούβλα, πέτρες
2. βάζω μαδέρια σε τοίχο για στερέωση
3. ραντ, στίζομαι= προσβάλλομαι από ερυσίβη
atizar πρχ πρχ στίζω ή κ-αυτίζω φωτιά
1. ρμ, υποδαυλίζω, συνδαυλίζω, σκαλίζω φωτιά, atiza el fuego, σκάλισε τη φωτιά,
El herrero atizó el fuego con el fuelle, Ο σιδεράς σκάλισε τη φωτιά με το φυσερό
2. ζωντανεύω φλόγα σε κερί, atiza las velas, ζωντάνεψε τη φλόγα των κεριών
3. μτφ, ατ-ιζαρ> δ-αυλίζω> υποδαυλίζω συναίσθημα, πάθος, υποκινώ, διεγείρω,
sus palabras atizaron la pelea, τα λόγια του υποκίνησαν τον καυγά
Volver a ver a su exnovia atizó viejos sentimientos,
Το να βλέπει ξανά την πρώην κοπέλα του διέγειρε παλιά συναισθήματα
4. μτφ, στίζω με μέρος σώματος= δίνω χτύπημα, le atizó una bofetada en mitad de la calle,
του άστραψε ένα χαστούκι στην μέση του δρόμου
me atizaron un puntapié, μου έδωσαν μια κλωτσιά
5. μτφ, χτυπώ κάποιον, los atizamos bien fuerte, τους τις βρέξαμε
6. ραντ, μτφ, ατιζαρ> σιτίζω = καταβροχθίζω, καταπίνω, πίνω μονορούφι, μεμιάς,
se atizó una copa de vino, ήπιε μεμιάς όλο το ποτήρι κρασιού
atizadero 1. α, πρχ καυτιζο-τήρι= πυρο-σκάλευθρο, αναδευτήρι θράκας
atizador 1. α, πυροσκάλευθρο, αναδευτήρι θράκας
atizador, ra 1. ε, που υποδαυλίζει, υποδαυλιστικός, -ή, -ό, un gancho atizador del fuego,
ένα γάντζος υποδαυλιστικός της φωτιάς
2. μτφ, που στίζει, υποκινητικός, -ή, -ό, προτρεπτικός, -ή, -ó, διεγερτικός, -ή, -ό,
palabras atizadoras, λόγια υποκινητικά
3. α θ, για άτομο, υποκινητής, -ια
atiza 1. επφ, οικ, για έκπληξη, θαυμασμό, σαν να με στίζει κάποιος, πωπω! αμάν!,
¡atiza!, ¿cómo has conseguido llegar tan pronto?
πώπω! πως κατάφερες να φτάσεις τόσο γρήγορα;
tizna 1. θ, καπνιά από φωτιά σε τοίχο, σκεύος, αιθάλη, φούμος
tizne 1. α θ, tizna
tiznón 1. α, μουντζούρα από καπνιά
tiznar 1. ρμ, ραντ, στίζω, -ομαι με καπνιά= μαυρίζω, μουντζουρώνω,
se tiznó con el hollín de la chimenea, μαυρίστηκε με την καπνιά της καμινάδας
Los soldados usan pedazos de corcho quemado para tiznarse la parte inferior de los ojos.
Οι στρατιώτες χρησιμοποιούν κομμάτια καμένου φελλού για να μαυρίσουν το κάτω μέρος των ματιών τους
2. μουντζουρώνω, λεκιάζω, -ομαι με βρωμιά,
Paulina tiznó su vestido sin querer al acercarse a la chimenea,
Η Παυλίνα λέκιασε κατά λάθος το φόρεμά της καθώς πλησίαζε το τζάκι
3. μτφ, στίζω υπόληψη, αμαυρώνω, κηλιδώνω, σπιλώνω
entiznar 1. ρμ, tiznar
tiznadura 1. θ, μαύρισμα με φούμο
2. μουντζούρα
tiznajo 1. α, μουντζούρα
tizona 1. θ, λγτ, σπάθα, από το όνομα της περίφημης σπάθας του Ελ Σιντ, επειδή στίζει τους εχθρούς
tizonada 1. θ, σπαθιά
tizonazo 1. α, σπαθιά