ATLAS

ATLAS= ΠΡΧ ΑΤΛΑΣ, ΠΡΧ ΑΝΑ-ΤΕΛΛΩ> ΣΗΚΩΝΩ, ΠΡΧ ΑΘΛΗΤΗΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

atlas 1. α, χάρτης άτλας

2. σνθ, atlas de anatomía, ανατομικός άτλαντας

atlas geográfico, γεωγραφικός άτλαντας

atlas histórico, ιστορικός άτλαντας

atlas lingüístico, γλωσσικός, διαλεκτικός χάρτης

Atlas 1. ονο, μυθ, Άτλαντας

2. εκφ, el Atlas o Ατλας

Atlántida 1. ονο, la Atlántida, η Ατλαντίδα

atlantismo 1. α, ατλαντισμός, φιλο-νατοϊκή στάση, φιλο-νατοϊσμός

atlantista 1. ε, φιλο-νατοϊκός, -ή, -ό, la cumbre atlantista,

η σύνοδος κορυφής των μελών της Ατλαντικής Συμμαχίας

2. α θ, φιλο-νατοϊκός, -ή, ατλαντιστής, είναι φίλα προσκείμενος στην πολιτική του ΝΑΤΟ

proatlantista 1. ε, α θ, υπερ-ατλαντιστικός, -ή, -ό, υπέρ του ΝΑΤΟ, ατλαντιστής

atlántico, ca 1. ε, ατλαντικός, -ή, -ó

atlante 1. α, ατκ, τελαμών

2. μτφ, άτομο που στηρίζει, βοηθά σαν Άτλαντας, στήριγμα

3. ε, ατλαντικός, -ή, -ό, απο την Ατλαντίδα

telamón 1. α, ατκ, τελαμών, ανδρική μορφή αγάλματος που επέχει θέση στυλοβάτη

cisatlántico, ca 1. ε, ευρισκόμενος, -η, -ο από την εδώ πλευρά του Ατλαντικού

transatlántico, ca, trasatlántico, ca 1. ε, υπερ-ατλαντικός, -ή, -ó

transatlántico, trasatlántico 1. α, ναυ, υπερ-ωκεάνιο

atleta 1. α θ, αθλητής, -ια, atleta de decatlón, αθλητής του δεκάθλου

2. μτφ, άτομο σωματώδης, αθληταράς, ¡vaya atleta tienes por novio!

αθληταράς o αγαπημένος σου!

3. σνθ, atleta maratoniano, μαραθωνοδρόμος

atlético, ca 1. ε, αθλητικός, -ή, -ó, prueba atlética, αθλητικό αγώνισμα

2. για άτομο, σώμα, γυμνασμένος, -η, -o, cuerpo atlético, γυμνασμένο σώμα

es de complexión atlética, έχει αθλητικό σώμα, παράστημα αθλητή

3. μτφ, οι φίλαθλοι της Ατλέτικο Μαδρίτης, los seguidores atléticos

atletismo 1. α, αθλητισμός, el lanzamiento de disco es prueba de atletismo,

η ρίψη δίσκου είναι αγώνισμα του αθλητισμού

2. σύνολο κανόνων αθλημάτων

3. σνθ, atletismo en pista, αγωνίσματα ανοιχτού στίβου

atletismo en pista cubierta, αγωνίσματα κλειστού στίβου

biatlon 1. α, αθλ, δί-αθλο αγώνισμα χιονοδρομίας και σκοποβολής

filatelia 1. θ, φιλοτελισμός

filatélico, ca 1. ε, φιλοτελικός, -ή, -ó

2. α θ, φιλοτελιστής, φιλοτελίστρια

filatelista 1. ε, φιλοτελικός, -ή, -ó

2. α θ, φιλοτελιστής, φιλοτελίστρια

talento 1. α, ταλέντο σε μυαλό, ικανότητα, χάρισμα, tienes talento como escritor,

έχεις χάρισμα σαν συγγραφέας

2. τάλαντο, hombre de mucho talento, άνθρωπος με πολύ ταλέντο

3. άτομο εξαιρετικό σε κάτι, ταλέντο, talento de la música, ταλέντο της μουσικής

4. ιστ, τάλαντο

talentoso, sa 1. ε, ταλαντούχος, -α, -o, es un escritor talentoso,

είναι ένας ταλαντούχος συγγραφέας

talante πρχ τάλαντο> αυτό που φέρω, κουβαλώ, σαν Άτλας

1. α, μτφ, τάλαντο ψυχικό= διάθεση ψυχική, está de mal talante,

είναι σε κακή διάθεση, κακοδιάθετος

2. μτφ, τάλαντο> χαρακτήρας, tiene muy buen talante, έχει πολύ καλό χαρακτήρα

3. μτφ, στάση σε κάτι, demostró un talante conciliador, επέδειξε μια συμβιβαστική στάση

talentudo, da 1. ε, οικ, ταλαντούχος, -α, -o

tantalio 1. α, χημ, ταντάλιο

tántalo 1. α, ορν, λελέκι

2. χημ, τάνταλο

Tántalo 1. ονο, μυθ, Τάνταλος

2. εκφ, el suplicio de Tántalo, το μαρτύριο του Ταντάλου

tallón 1. α, μτφ, τάλαντο σαν νόμισμα= αντίποινα, ανταπόδοση

2. εκφ, la ley del tallón, o νόμος του οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος

Anatolia 1. ονο, Ανατολία

tolerar πρχ τολεραρ> ανα-τέλλω= σηκώνω, πρχ Άτλας= σηκώνω, αντέχω

1. ρμ, ανέχομαι, ¡no tolero que me insultes de ese modo!

δεν ανέχομαι να με προσβάλεις με αυτό τον τρόπο!

Los vendedores a menudo tienen que tolerar a clientes enojados o irrespetuosos,

Οι πωλητές συχνά πρέπει να ανέχονται πελάτες θυμωμένους ή ασεβείς

2. ανέχομαι να γίνεται κάτι, επιτρέπω,

Yo no le tolero a un mocoso como tú que me hable así,

Εγώ δεν του επιτρέπω σε μυξιάρικο> κακομαθημένο παιδί σαν εσένα να μου μιλάει έτσι

3. υπομένω, αντέχω κάποιον κάτι, no tolero a los mentirosos, δεν αντέχω τους ψεύτες

esta planta tolera muy bien la sequedad, αυτό το φυτό αντέχει πολύ καλά στην ξηρασία

no tolero el frío, δεν αντέχω το κρύο

4. ανέχομαι τρόφιμο, φάρμακο, no tolera los antibióticos,

δεν ανέχεται τα αντιβιοτικά

5. ανέχομαι γνώμη διαφορετική, no estoy de acuerdo con tu opinión pero la tolero,

δεν είμαι σύμφωνος με την γνώμη σου αλλά την ανέχομαι

tolerancia 1. θ, ανοχή, ανεκτικότητα

tolerable 1. ε, ανεκτός, -ή, -ó, υποφερτός, -ή, -ó

tolerado, da 1. ε, για ταινία, σε ανεκτά επίπεδα= κατάλληλος, -η, -o

tolerante 1. ε, ανεκτικός, -ή, -ó

intolerancia πρχ ανευ> μη ανεκτικότητα σε κάτι, κάποιον

1. θ, αδιαλλαξία, tu intolerancia con tu hija no acabará bien,

η μη ανεκτικότητα, αδιαλλαξία με την κόρη σου δεν θα καταλήξει καλά

2. δυσανεξία σε τρόφιμο, φάρμακο

3. μισαλλο-δοξία

4. εκφ, tener intolerancia a, ιατ, έχω δυσανεξία σε κάτι

intolerable πρχ που δεν ανα-τέλλεται> σηκώνεται= δεν υποφέρεται, για άτομο, κατάσταση

1. ε, ανυπόφορος, -η, -ο, αφόρητος, -η, -ο, Este frío está intolerable si no tienes calefacción en tu casa, Αυτό το κρύο είναι αφόρητο αν δεν έχεις θέρμανση στο σπίτι σου

2. απαράδεκτος, -η, -ο, el estado de las carreteras de la ciudad es intolerable,

η κατάσταση των δρόμων της πόλης είναι απαράδεκτη

3. μη ανεκτός, -ή, -ό, ανεπίτρεπτος, -η, -ο, Es intolerable que un niño le conteste así a sus padres, Είναι ανεπίτρεπτο ένα παιδί να απαντάει έτσι στους γονείς του

intolerante 1. ε, α θ, μη ανεκτικός, -ή, -ό με κάποιον, κάτι, στενόμυαλος, -η, -ο,

Los padres de Juan son muy intolerantes y se enfadaron cuando les dijo que era gay,

Οι γονείς του Χουάν είναι πολύ στενόμυαλοι και θύμωσαν όταν τους είπε ότι ήταν ομοφυλόφιλος

2. ανεπιεικής, -ής, -ές

3. μισαλλόδοξος, -η, -ο

4. αδιάλλακτος, -η, -ο

tole 1. α, πρχ τολε> της τρελής= αναστάτωση, φασαρία από κόσμο,

a la salida del teatro se montó un buen tole,

στην έξοδο του θεάτρου στήθηκε μια καλή αναστάτωση, έγινε της τρελής, χαμός

2. μουρμούρα αποδοκιμασίας για κάτι από κόσμο, κατακραυγή

3. εκφ, tomar el tole, οικ, μτφ, πρχ παίρνω το τρόλευ= φεύγω βολίδα, την κάνω

tollina 1. θ, οικ, πρχ τολινα> σ-τυλιάρι, ταβλίνα, τουλούμι= ξυλοκόπημα, ξυλοδαρμός

2. εκφ, dar una tollina, δίνω ένα στυλιάρι ξύλο= ξυλοκοπώ, ξυλοφορτώνω, δέρνω

tullir πρχ σ-τυλώνω κάποιον> αφήνω σαν στύλο> παρά-λυτο

πρχ, μτθ του-λιρ> (παρα)-λυ-τος

πρχ, ταβλάρω κάποιον

1. ρμ, μτφ, αφήνω κάποιον παράλυτο, σακατεύω, προκαλώ παράλυση,

La herida le tulló un brazo y los doctores no pudieron hacer nada para ayudarla,

Το τραύμα της προκάλεσε παράλυση στο χέρι και οι γιατροί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα για να τη βοηθήσουν

2. ρα, ορν, πρχ τουλιρ> κου-τσουλώ για αρπακτικά πτηνά

3. ραντ, πρχ ταβλάρ-ομαι= είμαι ανάπηρος, παράλυτος στο σώμα

El soldado se tulló después del combate, Ο στρατιώτης έμεινε ανάπηρος μετά τη μάχη

4. ταβλάρομαι σε κάποιο μέλος, έχω αναπηρία

tullimiento 1. α, ταβλάρισμα= αναπηρία, παράλυση

2. ορν, πρχ κου-τσουλισμα, κουτσουλιά

tullido, da 1. ε, α θ, πρχ ταβλαριστός = παράλυτος, -η, -o, ανάπηρος, -η, -o

tullidez 1. θ, παράλυση

entullecer 1. ραντ, πρχ εν-ταβλάρομαι ή εν-στυλώνομαι= μένω ανάπηρος,

se entulleció tras el accidente, έμεινε ανάπηρος μετά το ατύχημα

2. ρμ, μτφ, εμποδίζω, διακόπτω μια κίνηση, σαν να βάζω τάβλα,

la arena entulleció los engranajes del motor,

οι άμμος εμπόδισε τα γρανάζια του κινητήρα

Scroll to Top