ATENEO

ATENEO= ΠΡΧ ΑΘΗΝΑΙΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

Atenas 1. ονο, Αθήνα

ateneo, a 1. ε, απο Αθήνα, αθηναϊκός, -ή, -ó

2. α θ, Αθηναίος, Αθηναία

ateneo 1. α, ΑΘήναιο, καλλιτεχνικός, επιστημονικός όμιλος,

el ateneo ha organizado una conferencia sobre poesía,

o φιλολογικός όμιλος διοργάνωση μια διάλεξη για την ποίηση

ateneísta 1. α θ, μέλος Αθήναιου, μέλος καλλιτεχνικής, επιστημονικής λέσχης

ateniense 1. ε, αθηναϊκός, -ή, -ό

2. α θ, Αθηναίος, Αθηναία

panateneas 1. θ πλ, Παναθήναια

panatenaico, ca 1. ε, παναθηναϊκός, -ή, -ó

Scroll to Top