ATAVIAR= ΠΡΧ ΑΤΑΒΙΑΡ> Σ-ΤΙΛΒΩΝΩ> ΓΥΑΛΙΖΩ ΚΑΤΙ= ΣΤΟΛΙΖΩ, ΚΑΛΛΩΠΙΖΩ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
ataviar 1. ρμ, πρχ σ-τιλβώνω= στολίζω, καλλωπίζω, ενδύω κάποιον,
atavió a su hija con un traje tradicional, έντυσε την κόρη της με ένα φόρεμα παραδοσιακό
2. στολίζω κάτι, la imagen iba ataviada con un manto de gran valor,
η εικόνα πήγαινε στολισμένη με ένα μαντήλι μεγάλης αξίας
3. ραντ, ντύνομαι, Marcos se atavió con vestido de época para la fiesta de disfraces,
Ο Μάρκος ντύθηκε με το φορεσιά εποχής για τον χορό των μετεμφιεσμένων
4. στολίζομαι, καλλωπίζομαι, περιποιούμαι εμένα, se atavió mucho para salir,
στολίστηκε πολύ για να βγει
atavío 1. α, πρχ σ-τιλβωτό> στολίδι σε κάτι, los atavíos del salón de boda eran magníficos,
τα στολίδια της αίθουσας γάμου ήταν υπέροχα
2. κοστούμι, φορεσιά, vestía el atavío típico de aquella zona,
φορούσε τη χαρακτηριστική φορεσιά του τόπου εκείνου
3. πράξη στολισμού= στόλισμα ατόμου, καλλωπισμός, ετοιμασία,
las mujeres destinan más de media hora a su atavío,
οι γυναίκες αφιερώνουν πάνω από μισή ώρα στον καλλωπισμό τους