APOCOPA

APOCOPA= ΠΡΧ ΑΠΟ-ΚΟΠΗ, ΚΟΠΤΩ, ΠΡΧ ΚΑΠΟΝΙ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

apocopa 1. θ, γλγ, αποκοπή

apócope 1. θ, γλγ, αποκοπή

apocopar 1. ρμ, γλγ, αποκοπώ= κάνω αποκοπή

apocopado, da 1. ε, γρμ, αποκοπούμενος, -η, -ο,

"profe" es la palabra apocopada de "profesor",

προφε είναι η αποκοπούμενη λέξη από προφεσορ

semicopado, da 1. ε, μσκ, πρχ ημι-> συγ-κοπτόμενος, -η, -o

síncopa 1. θ, γρμ, μσκ, συγκοπή

sincopado, da 1. ε, συγκεκομμένος, -η, -o

sincopal 1. ε, συγκοπικός, -ή, -ό, σχετικός, ή, -ó με τη συγκοπή

sincopar 1. ρμ, συγκόπτω, συντομεύω ομιλία, κείμενο,

sincopa tu discurso porque se va a hacer eterno,

συντόμευσε την ομιλία σου γιατί θα γίνει αιώνια

2. γρμ, μσκ, συγκόπτω, los poetas a menudo sincopan las palabras,

οι ποιητές συχνά συγκόπτουν τις λέξεις

síncope 1. α, ιατ, συγκοπή

2. εκφ, darle un síncope a alguien, le dio un síncope, του ήρθε συγκοπή, έπαθε συγκοπή

sincopizar 1. ρμ, ιατ, συγκοπίζω= προκαλώ συγκοπή

2. ραντ, ιατ, συγκοπούμαι= παθαίνω συγκοπή

sincopadamente 1. επρ, συγκεκομμένα

capón 1. ε, α, πρχ κοπού-μενος στα γεννητικά όργανα= ευνουχισμένος, -η, -o

2. α, καπόνι, ευνουχισμένος κόκορας

3. μτφ, ελαφρύ χτύπημα με τα δάχτυλα, ηχμ σαν γ-κουπ

4. μτφ, πρχ κοπού-μενο= δεμάτι από βλαστάρια, capón de sarmientos

acaponado, da 1. ε, όμοιος, -α, -ο με ευνουχισμένο,

rostro acaponado, θηλυπρεπές πρόσωπο,

voz acaponada, φωνή ευνούχου.

capona 1. θ, στρ, είδος επωμίδας, πρχ σαν κάπα

caponera 1. θ, κλουβί για καπόνια, καπονιέρα

2. κευθμός, αμυντική διάταξη των τάφρων των οχυρών για προφύλαξη των αμυνομένων, επειδή έχει κοπούμενο έδαφος, κοπτον-μερος

capar πρχ απο-κόπ(τ)ω> κόπτω

1. ρμ, ευνουχίζω ζώο

2. οικ, μτφ, για άτομο, σε κόβω, τρώω, καθαρίζω, si lo rompes, te capo,

αν το σπάσεις, σ’ έκοψα, έφαγα

capador 1. α, ευνουχιστής

capadura 1. θ, ευνουχισμός

2. ουλή ευνουχισμού

3. μτφ, φύλλα καπνού χαμηλής ποιότητας, συνήθως για πίπα ή στριφτό

chapucería πρχ τσαπατσουλιά

1. θ, οικ, διόρθωση πρόχειρη, τσαπατσοδουλειά, τσαπατσουλιά, προχειροδουλειά

Esta es una chapucería hecha por alguien sin ninguna experiencia

Αυτή είναι μια προχειροδουλειά φτιαγμένη από κάποιον χωρίς καμιά εμπειρία

2. γρήγορη διόρθωση, επισκευή, πρόχειρη επισκευή, μπάλωμα

3. για έργο, αντικείμενο κακοφτιαγμένο, τσαπατσοδουλειά, τσαπατσουλιά,

προχειροδουλειά, κακοτεχνία

chapucear 1. ρμ, πρχ τσαπατσο-φιάχνω= κάνω κάτι βιαστικά, κακότεχνα, τσάτρα πάτρα

2. τα κάνω μαντάρα, χαλάω, Intenté reparar la persiana, pero terminé chapuceándola,

Προσπάθησα να επισκευάσω το στόρι, αλλά κατέληξα να τα κάνω μαντάρα, να το χαλάσω

3. όχι επαγγελματικά, κουτσομαστορεύω

4. ρα, κάνω τσαπατσουλιές, προχειροδουλειές

chapucero, ra 1. ε, τσαπατσούλικος, -η, -o, κακότεχνος, -η, -ο, πρόχειρος, -η, -ο,

La reparación que le hiciste a la mesa es bastante chapucera,

Η επισκευή που κάνατε στο τραπέζι είναι αρκετά τσαπατσούλικη

Tu maestrο no va a aceptar un trabajo tan chapucero,

Ο δάσκαλος σου δεν θα δεχτεί μια τόσο πρόχειρη εργασία

2. για άτομο, ε, α θ, τσαπατσούλης, -α, -ικο, eres un chapucero, είσαι ένας τσαπατσούλης

3. α θ, πολυτεχνίτης, -ισσα, su compañero de piso es un chapucero,

Ο συγκάτοικος του είναι πολυτεχνίτης

chapuza 1. θ, τσαπατσουλιά, τσαπατσο-δουλειά, προχειρο-δουλειά,

este examen es una chapuza, αυτό το διαγώνισμα είναι σκέτη τσαπατσουλιά

El carpintero hizo una chapuza y la puerta no cierra bien,

Ο ξυλουργός έκανε μια προχειροδουλειά και η πόρτα δεν κλείνει καλά

2. μικροδουλειά, περιστασιακή δουλειά, δουλειά του ποδαριού,

los fines de semana hace alguna chapuza para ganar más dinero,

τα Σαββατοκύριακα κάνει μικροδουλειές για να βγάλει κάτι παραπάνω

3. πρόχειρη επισκευή, βιαστική δουλειά, μπάλωμα, μερεμέτι,

hizo una chapuza en el grifo, mañana llamo al fontanero,

έκανε μια πρόχειρη επισκευή στην βρύση, αύριο καλώ τον υδραυλικό

chapuz 1. α, μικροδουλειά, περιστασιακή δουλειά, δουλειά του ποδαριού

chapuzas 1. α θ, οικ, este mecánico es bastante chapuzas,

αυτός o μηχανικός είναι τσαπατσούλης

2. α θ, πολυτεχνίτης, πολυτεχνίτισσα

3. άτομο που κάνει μικροδουλειές, χωρίς να είναι επαγγελματίας,

si contratas a un chapuzas, la obra te saldrá más barata,

αν προσλάβεις έναν ερασιτέχνη, το έργο θα σου βγει πιο φθηνό

escafandra 1. θ, σκάφανδρο

2. σνθ, escafandra autónoma, αυτόνομο σκάφανδρο

escafandra espacial, διαστημική στολή

escafandro 1. α, σκάφανδρο

escafandrista 1. α θ, πρχ σκαφανδριστής= δύτης

escafítes 1. α, ζωλ, σκαφίτης

escafoides 1. ε, α ανα, σκαφοειδής, -ής, -ές, σκαφοειδές

batiscafo 1. α, βαθύσκαφος

coma 1. θ, γρμ, κόμμα

entrecomar 1. ρμ, πρχ ενδο-κομμάζω= τοποθετώ μέσα σε κόμματα

comillas 1. θ πλ, πρχ κομι-γιας> κομα-τακια= εισαγωγικά ‘’ ‘’

2. εκφ, abrir, cerrar, comillas ανοίγω, κλείνω εισαγωγικά

entre comillas, κυρ, μτφ, εντός εισαγωγικών

entrecomillar 1. ρμ, πρχ ενδο-κομματάκιαζω= τοποθετώ, μέσα σε εισαγωγικά

entrecomillado, da 1. ε, πρχ ενδο-κομμασμενος, -η, -ο, σε εισαγωγικά,

texto entrecomillado, κείμενο σε εισαγωγικά

entrecomillado 1. α, παράθεση, el entrecomillado es del autor,

η παράθεση είναι του δημιουργού

escollo πρχ εσκο-λο> εσκο-πε-λο> σκόπελος

1. α, σκόπελος, ύφαλος, εμπόδιο φυσικό σαν βράχος,

la barca golpeó contra un escollo, η βάρκα χτύπησε κόντρα σε σκόπελο

2. μτφ, σκόπελος σαν κίνδυνος, κατάσταση με ρίσκο, el viaje estuvo lleno de escollos,

το ταξίδι ήταν γεμάτο από κινδύνους

3. μτφ, σκόπελος, εμπόδιο, δυσκολία, la falta de fondos fue un escollo para el proyecto,

η έλλειψη πόρων υπήρξε ένας σκόπελος για το σχέδιο

4. ναυ, προσάραξη σαν πράξη

5. εκφ, salvar, superar un escollo, υπερβαίνω ένα εμπόδιο

sembrado de escollos, γεμάτο, στρωμένο εμπόδια

tropezar en un escollo, προσκρούω σε εμπόδιο

escollar 1. ρα, ναυ, πρχ σκοπελίζω= πέφτω σε σκόπελο, πρχ εσ-κολαρ> εξο-κέλλω,

προσ-αράζω, No navegues tan cerca de la costa, podrías escollar,

Μην πλεύσεις πολύ κοντά στην ακτή, θα μπορούσες να βρεις σκόπελο

escollera 1. θ, πρχ σκοπελ-ιερα= κυματο-θραύστης

escápula 1. θ, ανα, πρχ εσκα> εκσω-πλατο= ωμοπλάτη

escapular 1. ε, ανα, ωμοπλατικός, -ή, -ό, σχετικός, -ή, -ό με την ωμοπλάτη

escapulario 1. α, θρη, πρχ εκσο-πλατάριο= ωμο-φόριο

escapulohumeral 1. ε, ανα, ωμο-βραχιόνιος, -α, -o

escabiosa 1. θ, βοτ, σκαβιόζα, αστεροκέφαλος, ψωρόχορτο

escabro 1. α, βοτ, κτν, ψώρα

escabioso, sa 1. ε, μτφ, ψωριάρης, -α, -ικο, επειδή κόβεται το δέρμα ή ψώρα σαν κομπάκια

escabroso, sa 1. για έδαφος, επιφάνεια κοβ(ρ)ώδης = τραχύς, -ιά, -ύ, ανώμαλος, -η, -o

ανομοιόμορφος, -η, -ο, recorrieron una ruta escabrosa, διέτρεξαν μια διαδρομή ανώμαλη

2. μτφ, που κόβει με τα λόγια, πράξεις= σκαμπρόζος, -η, -ο, τολμηρός, -ή, -ό,

άσεμνος, -η, -o, hizo un comentario escabroso a mi esposa,

έκανε ένα σχόλιο άσεμνο στην γυναίκα μου

3. που κόβει, φέρνει σε δυσκολία, αμηχανία, θέλει λεπτό χειρισμό, δύσκολος, -η, -ο, περίπλοκος, -η, -ο, ακανθώδης, -ης, -ες, rehuyó con tacto esa escabrosa cuestión,

απέφυγε με τακτ αυτή την ακανθώδης ερώτηση

escabrosidad 1. θ, για έδαφος, επιφάνεια, τραχύτητα, ανομοιομορφία, ανωμαλία

2. μτφ, τολμηρότητα, ασεμνότητα, σε λόγια, πράξεις

3. μτφ, δυσκολότητα, ακανθώτητα, περιπλοκότητα σε κάτι,

a pesar de la escabrosidad del asunto, lo ha tratado con gran tacto,

παρ’ όλο την δυσκολία του ζητήματος, το έχει χειριστεί με μεγάλο τακτ, διάκριση

escabrosamente 1. επρ, με τρόπο κοπτώδη= με τραχύτητα, σκληρά, τολμηρά

escobina πρχ εκ-κοπίδι

1. θ, πριονίδι ξύλου, escobina de madera

2. ρίνισμα μετάλλου, escobina de metal

escofina 1. θ, τχν, πρχ εκ-κοπίδα= ράσπα

2. σνθ, escofina de mediacaña, plana, redonda, ράσπα ημικυκλική, επίπεδη, στρογγυλή

escofinar 1. ρμ, τχν, πρχ εκ-κοπίζω= λαξεύω με τη ράσπα

hacha πρχ ατσα> τσε-κούρι

1. θ, τσεκούρι, corta la leña con un hacha, κόψε τα ξύλα με ένα τσεκούρι

2. ζωλ, τσεκουρό-ψαρο, είδος ψαριού του Αμαζονίου

3. εκφ, enterrar el hacha de guerra, θάβω το τσεκούρι του πολέμου

ser un hacha de, en, οικ, μτφ, για άτομο, είναι τσεκούρι= ξυράφι σε κάτι, άσος, σαΐνι

ser un hacha del volante, de la informática, είμαι άσος στο τιμόνι, σαΐνι στην πληροφορική

hachar 1. ρμ, κόβω με τσεκούρι

hachazo 1. α, τσεκουριά

2. οικ, πδφ, τάκλιν

3. ταυ, πλάγιο χτύπημα με τα κέρατα

hachear 1. ρμ, κόβω με τσεκούρι

2. ρα, τσεκουρώνω

hachero 1. α, τσεκουράς, που κόβει με τσεκούρι

2. στρ, στρατιώτης για άνοιγμα χαρακώματος

3. α θ, υλοτόμος

hachuela 1. θ, τσεκουρ-ούλι> άκι, μικρό τσεκούρι

tomahawk 1. α, τσεκούρι πολέμου, τόμαχοκ

Scroll to Top