APTO

APTO= ΠΡΧ ΑΠΤΟΣ, ΠΡΧ ΕΦ-ΑΠΤΩ, ΑΠΤΟΜΑΙ> ΠΙΑΝΩ, ΠΡΧ ΚΟΠΛΑ, ΑΝΤ-ΑΠΤΟΡΑΣ,

ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

apto, ta πρχ απτός= κατάλληλο για κάτι

1. ε, για άτομο, πράγμα, ικανός, -ή, -ό, ιδανικός, -ή, -ό, κατάλληλος, -η, -o,

los hombres muy bajos no son aptos para el servicio militar,

οι πολύ κοντοί άντρες δεν είναι κατάλληλοι για στράτευση

es un trabajador muy apto, είναι πολύ ικανός εργαζόμενος

es una película apta para menores, είναι μια ταινία κατάλληλη για ανήλικους

aptamente 1. επρ, καταλλήλως, δεόντως

aptitud πρχ απτότητα

1. θ, ικανότητα, καταλληλότητα, επιδεξιότητα για κάτι,

no revela ninguna aptitud especial para el dibujo,

δεν δείχνει καμία ικανότητα ειδική για την ζωγραφική,

certificado de aptitud, πιστοποιητικό ικανότητας

es un puesto de trabajo adecuado a sus aptitudes,

είναι μια θέση εργασίας εξισωμένο στις ικανότητές του

la policía debe superar unas pruebas de aptitud física,

ο αστυνομικός πρέπει να ξεπεράσει μερικά τέστ σωματικής ικανότητας

2. εκφ, tener aptitudes para hacer algo, έχω ικανότητα να κάνω κάτι, έχω κλίση, δεξιότητα, no tengo aptitudes para el futból, δεν έχω δεξιότητα στο ποδόσφαιρο,

tiene aptitud para aprender idiomas, έχει κλίση στην εκμάθηση γλωσσών

inapto, ta 1. ε, ακατάλληλος, -η, -ο, ανίκανος, -η, -ο

inaptitud 1. θ, ακαταλληλότητα, ανικανότητα

inepcia 1. θ, φράση άν-απτη= σαχλαμάρα

inepto, ta πρχ αν-απτος 1. ε, ανίκανος, -η, -o για κάτι, esa secretaria es una inepta,

αυτή η γραμματέας είναι μια ανίκανη

2. στο μυαλό, ανίδεος, -α, -o, αδέξιος, -α, -ο, ανόητος, -η, -ο

3. α θ, ατζαμής, -ού, άχρηστος, -η

ineptitud 1. θ, ακαταλληλότητα, ανικανότητα

adepto, ta 1. ε, πρχ εφ-απτό-μενος, -η, -ο, σε κάτι, ιδέα, κίνημα, οπαδός,

una persona adepta a la izquierda, ένα άτομο οπαδός της αριστεράς

2. α θ, οπαδός, los adeptos a la música pop, οι οπαδοί της μουσικής ποπ

coaptación 1. θ, ιατ, πρχ συν-αψη= συγκόλληση, συνένωση

adaptar πρχ εφ-άπτω, αντ-άπτορας

1. ρμ, εφ-άπτω κάτι σε άλλο πράγμα, προσ-αρμόζω, adaptar los gastos con los ingresos,

προσαρμόζω τα έξοδα με τα έσοδα

2. εφ-άπτω κάτι με διαφορετικό τρόπο= διασκευάζω έργο καλλιτεχνικό, επιστημονικό,

adaptó su libro al público juvenil, διασκεύασε το βιβλίο του για το νεανικό κοινό

he adaptado el local para sala de fiestas, έχω προσαρμόσει το μαγαζί για αίθουσα εορτών

3. ραντ, προσαρμόζομαι, se adaptó muy pronto a su nueva vida,

προσαρμόστηκε πολύ γρήγορα στην νέα του ζωή

adaptación 1. θ, προσαρμογή, mostró una gran capacidad de adaptación a su nuevo trabajo,

επέδειξε μια μεγάλη ικανότητα προσαρμογής στην νέα του εργασία

2. διασκευή, la película es una adaptación de la última novela de Arturo Pérez,

η αταινία είναι μια διασκευή του τελευταίου μυθιστορήματος του Αρτούρο Πέρεθ

3. διαμόρφωση χώρου, adaptación de un aula como laboratorio de idiomas,

διαμόρφωση μιας τάξης σαν σχολή ξένων γλωσσών

adaptabilidad 1. θ, προσαρμοστικότητα, adaptabilidad del mobiliario a la sala,

προσαρμοστικότητα των επίπλων στην αίθουσα

adaptable 1. ε, προσαρμόσιμος, -η, -ο

adaptado, da 1. ε, προσαρμοσμένος, -η, -o

adaptador, ra 1. ε, προσαρμοστικός, -ή, -ό,

2. ε, α θ, διασκευαστικός, -ή, -ό, διασκευαστής, -ια

adaptador 1. α, ηκλ, προσαρμογέας

inadaptable 1. ε, μη-προσάρμοσιμος, -η, -ο

inadaptación 1. θ, άπροσαρμοστικότητα

inadaptado, da 1. ε, α θ, απροσάρμοστος, -η, -ο

readaptar 1. ρμ, επαναπροσαρμόζω

readaptación 1. θ, επαναπροσαρμογή

atar πρχ άπτω κάτι= πιάνω, δένω

1. ρμ, δένω, ata bien los paquetes o caerán, δέσε καλά τα πακέτα αλλιώς θα πέσουν,

la ató para que no escapase, την έδεσε για να μην αποδράσει

at los libros, δέσε τα βιβλία

2. μτφ, δένω με κάτι, δεσμεύω, περιορίζω, el trabajo me ata las manos,

η δουλειά μου δένει τα χέρια

3. μτφ, δένω κάτι= διευθετώ, τακτοποιώ ενα θέμα, ha atado el asunto,

έχει τακτοποιήσει το θέμα, σαν να το αφήνει δεμένο

4. δένω, συσχετίζω, si atamos estos dos aspectos se entenderá más fácilmente el tema,

αν συσχετίσουμε αυτές τις 2 όψεις θα κατανοηθεί πιο εύκολα το θέμα

5. μαγ, δένω τα υλικά

6. ραντ, δένομαι με κάτι, se ató por la cintura para no caerse,

δέθηκε από τη μέση για να μην πέσει

7. δένω τα κορδόνια, átate los zapatos, δέσε τα κορδόνια σου

8. προσδένομαι στην ζώνη

9. μτφ, δεσμεύομαι για κάτι, με κάτι, mi amigo no se ata por tan poco,

ο φίλος μου δεν δεσμεύεται για τόσο λίγα

10. μτφ, καταπιάνομαι με κάτι, se ha atado excesivamente a la pintura,

έχει καταπιαστεί υπερβολικά στην ζωγραφική

11. μτφ, περιορίζομαι με κάτι, παγιδεύομαι, se ata ante cualquier problema,

παγιδεύεται έναντι σε κάθε πρόβλημα

12. εκφ, atar en corto a alguien, σφίγγω τα λουριά σε κάποιον, παιδεύω κάποιον

atar y desatar, λύνω και δένω

estar de atar, είμαι για δέσιμο

loco de atar, τρελός για δέσιμο

no atar ni desatar, δεν δένει ούτε ξεδένει = δε δίνω λύση σε κανένα θέμα

ή μιλά απερίσκεπτα, ασυνάρτητα

atamiento 1. α, δέσιμο

2. μτφ, συστολή ψυχική σαν δέσιμο, δειλία

3. δέσμευση ηθική για κάτι

atadura 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του atar, δέσιμο, κόμπος,

haz una atadura en la cuerda para que no se suelte,

κάνε ενα κόμπο στο σχοινί για να μην λυθεί

2. δεσμά, el prisionero rompió las ataduras, ο φυλακισμένος έσπασε τα δεσμά του

3. μτφ, δεσμός, rompió las ataduras fames, έκοψε τους οικογενειακούς δεσμούς

4. μτφ, εμπόδιο, no opuso ninguna atadura, δεν αντίταξε κανένα εμπόδιο

atadero 1. α, κρίκος για δέσιμο, γάντζος, σύνδεσμος

2. δέστρα για ζώα

3. εκφ, μτφ, no tener atadero, δεν έχω πιαστ-ήριο= λογική σειρά, ούτε αρχή ούτε τέλος

atadijo 1. α, κακοδεμένη συσκευασία

atado 1. α, για κάτι δεμένο, llegó con un atado de ropa, έφτασε με ένα μπόγο από ρούχα

2. πράξη δεσίματος

atador, ra 1. ε, δετικός, -ή, -ό

2.α θ, δέτης

atadora 1. θ, αγρ, χορτοδετική μηχανή

desatar πρχ ξε-άπτω= ξε-πιάνω, ξε-δένω κάτι

1. ρμ, ραντ, ξεδένω, ξεδένομαι, λύνω, λύνομαι, se me ha desatado un zapato,

μου έχει ξεδεθεί ενα παπούτσι

2. ρμ, μτφ, λύνω, gracias a su ayuda pudo desatar el problema que le obsesionaba,

χάρη στην βοήθεια του μπόρεσε να λύσει το πρόβλημα που του ήταν εμμονή

3. μτφ, λιώνω, desató el hielo, έλιωσε τον πάγο

4. ξεκουμπώνω ρούχο

5. ρμ, ραντ, λύνω, ελευθερώνω φυλακισμένο, ζώο, λύνομαι, ελευθερώνομαι

6. μτφ, απελευθερώνω συναίσθημα, ξεσπώ, al conocer la verdad se desató su ira,

όταν έμαθε την αλήθεια απελευθέρωσε την οργή του

7. ραντ, μτφ, ξεδένεται, λύνεται η γλώσσα μου

8. μτφ, για φυσικό φαινόμενο, ξεσπάω, se desató la tempestad,

ξέσπασε η καταιγίδα

9. desatarse en, ξεσπώ σε, se desató en insultos contra sus oponentes,

ξέσπασε σε βρισιές εναντίον των αντιπάλων του

desatado, da 1. ε, ξεδεμένος, -η, -ο, λυμένος, -η, -o

2. για συναίσθημα, πράξη, ξέφρενος, -η, -ο, ασυγκράτητος, -η, -o,

desde que llegó a la ciudad está desatada, cada noche sale de copas,

απο τότε που έφτασε στην πόλη είναι ξέφρενος, κάθε βράδυ βγαίνει για ποτά

3. για άτομο, ασυγκράτητος, -η, -o

4. για φαντασία, αχαλίνωτος, -η, -o

5. για νεύρα, ανεξέλεγκτος, -η, -o

reatar πρχ περι> ξανα-δένω

1. ρμ, ξανα-δένω

2. για άλογα, ζεύω το ένα πίσω από το άλλο

reata πρχ περι-πιαστήρι

1. θ, λουρί για ζέψιμο αλόγων σε σειρά

2. σειρά με ζώα ζεμένα το ένα πίσω από το άλλο

tez πρχ αυτό που συν-απ-τει το σώμα

1. θ, δέρμα, una mujer de tez morena, μια γυναίκα με μελαμψή επιδερμίδα

atezar 1. ρμ, μαυρίζω απο τον ήλιο, el sol nos atezó, o ήλιος μας έκαψε

2. μαυρίζω απο κάτι, el carbón atezó mis manos, το κάρβουνο μαύρισε τα χέρια μου

3. άπτω κάτι και το γυαλίζω, στιλβώνω

atezado, da 1. ε, μαυρισμένος, -η, -ο, ηλιοκαμένος, -η, -o,

tengo el rostro atezado, έχω το πρόσωπο ηλιοκαμένο

2. μαύρος, -η, -ο, μαυρισμένος, -η, -o

3. στιλβωμένος, -η, -ο, τεντωμένος, -η, -o, piel de oveja atezada,

κατεργασμένο δέρμα προβάτου

estezar 1. ρμ, κατεργάζομαι δέρματα

estezado 1. α, κατεργασμένο δέρμα

ápex 1. α, ιατ, πρχ άπω σημείο ή πικ= κορυφή της καρδιάς, του πνεύμονα

apical 1. ε, πρχ απώ-τερος, -η, -ο, για σημείο κορυφής σε μύτη, άκρο

2. βιο, φων, ακραίος, -α, -o

ápice πρχ απισε> άπω-σημείο ή πικ

1. α, κορυφή, άκρη, σε κάτι el ápice de la lengua, η άκρη της γλώσσας

2. απώτερο σημείο, κορυφή, el ápice de la montaña, η κορυφή του βουνού

3. μτφ, σε αρνητικές φράσεις, ούτε τσίκ, σαν μυτούλα, καθόλου, no me molesta ni un ápice,

δεν με ενοχλεί καθόλου

4. μτφ, τσίκ απο κάτι, σαν μυτούλα, sus acciones le han restado un ápice de fama,

οι πράξεις του αφαίρεσαν ενα τσικ απο τη φήμη του

5. μτφ, πικ, απόγειο, está en el ápice de su carrer, βρίσκεται στο απόγειο της καριέρας του

apicectomía 1. θ, ιατ, ακρωτηριασμός κορυφής, ακρορριζεκτομή

cuplé 1. α, πρχ κουπλέ, είδος ελαφρού λαϊκού ισπανικού άσματος

cupletista 1. α θ, τραγουδιστής, -ια κουπλέ

cobla 1. θ, μουσικό σύνολο που παίζει παραδοσιακούς σκοπούς της Καταλονίας

copla πρχ κόπλα, κουπλέ

1. θ,τραγούδι κόπλα, είδος ισπανικού λαϊκού τραγουδιού

2. στροφή, κουπλέ

coplas 1. θ πλ, στιχάκια

2. μτφ, φήμες, se oyen muchas coplas, ακούγονται πολλές φήμες

3. σνθ, coplas de ciego, κουπλέ τυφλού= στίχοι άνευ αξιώσεων ή χυδαιο-στιχάκια

4. εκφ, andar en coplas, οικ, βαδίζω με κουπλέ= με πιάνουν στο στόμα τους

echarle coplas a alguien, οικ, διαδίδω φήμες για κάποιον, κουτσομπολεύω

la misma copla, οικ, το ίδιο κουπλέ= η ίδια ιστορία, το ίδιο τροπάριο

otra vez con la misma copla, πάλι με τις ίδιες ιστορίες

coplear 1. ρα, κοπλάρω, συνθέτω κόπλα, κουπλέ, στιχουργώ στροφές

2. τραγουδώ κόπλα

coplería 1. θ, σύνολο από τραγούδια στο ύφος της κόπλα

2. σύνολο από στροφές, κουπλέ

coplero, ra 1. α θ, υτμ, πρχ κουπλάρης, στιχο-πλόκος, για ποιητή κακό

coplista 1. α θ, υτμ, στιχοπλόκος

acoplar πρχ κουπλάρω= συμ-πλέκω, συν-άπτω κάτι

1. ρμ, συναρμόζω, ταιριάζω σε ξυλουργική, άλλα επαγγέλματα

2. προσαρμόζω κάτι, συνδυάζω, acoplar el horario del trabajo con el de gimnasio,

να προσαρμόσω τις ώρες τις δουλειάς με τις ώρες του γυμναστήριου

3. ζευγαρώνω ζώα

4. ραντ, για αντικείμενα που κο-πλάρονται= συν-αρμόζονται

5. για άτομα, προσαρμόζομαι, τα βρίσκω με κάποιον, esos dos se acoplan,

αυτοί οι δυο κοπλάρονται ψυχικά= τα βρίσκουν

6. για ζώα, ζεύομαι

acoplamiento 1. α, σύζευξη πραγμάτων

2. ζευγάρωμα ζώων

3. μχν σύνδεση, συγκόλληση

acoplado, da πρχ κοπλαρισμένο

1. ε, για κομμάτι, μηχανισμό, συνδεδεμένος, -η, -o

2. για άτομο, ταιριαστός, -ή, -ó

acoplador 1. α, κοπλαριστής= συναρμολογητής ηλεκτρικών ασφαλειών

2. σνθ, acoplador acústico, ακουστικός συζεύκτης

acopladura 1. θ, κοπλάρισμα= συναρμολόγηση

acoplable 1. ε, κοπλάρεται εύκολα= ευ-προσάρμοστος, -ή, -ó, συναρμολογίσιμος, -η, -o

desacoplar πρχ ξε-κοπλάρω

1. ρμ, αποσυνδέω, αποσυμπλέκω κάτι

2. ηκλ, αποσυνδέω

desacoplamiento 1. α, αποσύνδεση

2. απόζευξη

cópula πρχ κόπλα= συμ-πλοκή, σύν-αψη

1. θ, συμ-πλοκή ερωτική, συνουσία, ζευγάρωμα

2. γρμ, συνδετικός όρος, σύνδεσμος

copular 1. ρα, συνουσιάζομαι, ζευγαρώνω

2. ραντ, ζευγαρώνομαι

copulación 1. θ, ζεύξη, συνουσία, ζευγάρωμα

copulador, ra 1. ε, βιο, γονιμοποιητικός, -ή, -ó

copulativo, va 1. ε, γρμ, συνδετικός, -η, -o, συμ-πλεκτικός, -ή, -ó

verbo copulativo, συνδετικό ρήμα

Scroll to Top