ALODIO

ALODIO= ΠΡΧ ΑΛΛΟΤΡΙΟ> ΑΠ-ΑΛΛΟ-ΤΡΙΩ-ΝΩ> ΑΔΕΣΜΕΥΤΗ ΚΤΗΣΗ

alodio 1. α, νομ, αδέσμευτη κτήση

alodial 1. ε, νομ, σχετικός, -ή, -ό με το δικαίωμα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης,

bienes alodiales, απαλλοτριωμένα αγαθά

Scroll to Top