ALOJAR

ALOJAR= ΠΡΧ ΕΛΛΟΧΕΥΩ, ΛΟΧΟΣ> ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΜΕΝΩ ΣΕ ΜΕΡΟΣ, ΦΙΛΟΞΕΝΩ,

ΠΡΧ ΑΛΟΧΑΡ> Φ-ΙΛ-ΕΧΩ ΣΕ ΟΙΚΙΑ Ή ΔΙΝΩ ΛΟΧΟ> Φ-ΙΛΟ-ΞΕΝΩ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

alojar 1. ρμ, φιλοξενώ, Podemos alojar 1000 huéspedes en nuestro hotel,

Μπορούμε να φιλοξενήσουμε 1.000 επισκέπτες στο ξενοδοχείο μας,

Te podemos alojar por unas noches mientras estás en la ciudad,

Μπορούμε να σε φιλοξενήσουμε για μερικές νύχτες όσο βρίσκεσαι στην πόλη,

ή προσφέρω κατάλυμα, alojaron en un polideportivo a los afectados por las inundaciones,

προσέφεραν κατάλυμα σε ένα κλειστό γυμναστήριο στους πληγέντες από τις πλημμύρες

Este centro de acogida aloja refugiados de la guerra,

Αυτό το κέντρο υποδοχής φιλοξενεί πρόσφυγες πολέμου

2. μτφ, φιλοξενώ> περιέχω, περιλαμβάνω, περικλείω, esa pieza aloja los sensores,

αυτό το εξάρτημα περιλαμβάνει τους αισθητήρες

3. πλφ, στεγάζω, φιλοξενώ έναν ιστότοπο

4. μτφ, πρχ αλοχαρ> κ-ολλάω, el atracador alojó un par de balas en el cuerpo del policía,

Ο ληστής κόλλησε μερικές σφαίρες στο σώμα του αστυνομικού

5. ραντ, φιλοξενούμαι, durante el congreso se alojan en una residencia de estudiantes,

κατά τη διάρκεια του συνεδρίου φιλοξενούνται σε μια φοιτητική εστία

ή στεγάζομαι, Se alojaron sobrevivientes del huracán Katrina por todo el estado,

Οι επιζώντες του τυφώνα Κατρίνα στεγάστηκαν σε όλη την πολιτεία

5. μτφ, κάθομαι, σφηνώνομαι, la bala se le alojó en el pulmón derecho,

η σφαίρα του σφηνώθηκε στον δεξιό πνεύμονα

Un hueso de pescado se alojó en la garganta de la anciana,

Ένα ψαροκόκαλο κάθησε στο λαιμό της ηλικιωμένης γυναίκας

6. στρ, ρμ, ραντ, στεγάζω, -ομαι, la tropa se alojará en esos campamentos cerca del río,

Τα στρατεύματα θα στεγαστούν σε αυτά τα στρατόπεδα κοντά στον ποταμό

7. μτφ, περιέχομαι, περιλαμβάνομαι, περικλείομαι, εσωκλείομαι,

la batería se aloja en un compartimiento especial,

η μπαταρία βρίσκεται σε ένα ξεχωριστό θάλαμο

alojamiento 1. α, πράξη και αποτέλλεσμα του alojar, alojarse

2. κατάλυμα, Buscamos alojamiento cerca del centro de la ciudad,

Ψάχνουμε κατάλυμα κοντά στο κέντρο της πόλης

3. διαμονή, El paquete incluye el pasaje aéreo, el alojamiento y la comida,

Το πακέτο περιλαμβάνει τα αεροπορικά εισιτήρια, την διαμονή και την διατροφή

4. στέγαση, φιλοξενία, un plan para el alojamiento de los refugiados políticos,

ένα σχέδιο για τη στέγαση πολιτικών προσφύγων

5. εκφ, dar alojamiento a alguien, φιλοξενώ, προσφέρω κατάλυμα σε κάποιον

alojado, da 1. ε, φιλοξενούμενος, -η, -o, στεγασμένος, -η, -ο, διαμένων, -ουσα, -ον,

Estoy alojado en un hotel cerca del centro,

Είμαι στεγασμένος σε ένα ξενοδοχείο κοντά στο κέντρο

alojado 1. α, στρατιώτης που λαμβάνει δωρεάν φιλοξενία

desalojar πρχ ξ-ελλοχεύω ή δεν έχω λόχο> αφήνω μέρος διαμονής, στέγασης

1. ρμ, αφήνω μέρος διαμονής, φιλοξενίας, στέγασης, εκκενώνω,

Los huéspedes deben desalojar las habitaciones antes de las 12 de la mañana,

Οι ένοικοι πρέπει να αφήσουν, εκκενώσουν τα δωμάτια πριν από τις 12 το μεσημέρι

2. εκκενώνω, Los bomberos desalojaron la escuela por riesgo de derrumbe,

Οι πυροσβέστες εκκένωσαν το σχολείο λόγω κινδύνου κατάρρευσης

3. βγάζω έξω με βία, εκδιώκω, han desalojado a 36 familias de los pisos ocupados,

έχουν εκδιώξει 36 οικογένειες από τα κατειλημμένα διαμερίσματα

4. μτφ, εγκαταλείπω μέρος, los huelguistas desalojaron la factoría pacíficamente,

οι απεργοί εγκατέλειψαν το εργοστάσιο ειρηνικά

el lobo desalojó la guarida al oír los ladridos de los perros,

Ο λύκος εγκατέλειψε τη φωλιά όταν άκουσε τα γαβγίσματα των σκυλιών

5. εκτοπίζω υγρό, un cuerpo, en el agua, desaloja una cantidad de agua igual a su volumen, ένα σώμα, μέσα στο νερό, εκτοπίζει μια ποσότητα ύδατος ίση προς τον όγκο του

6. εκτοπίζω, έχω εκτόπισμα το πλοίο, el portaaviones desalojaba una gran cantidad de agua,

το αεροπλανοφόρο εκτόπιζε μια μεγάλη ποσότητα νερού

7. μτφ, εκτοπίζω, απομακρύνω, un acuerdo histórico para desalojar a Netanyahu del poder,

μια ιστορική συμφωνία για να εκτοπίσουν τον Νετανιάχου από την εξουσία

tiene que desalojar los malos pensamientos de su alma,

pρέπει να απομακρύνει τις κακές σκέψεις από την ψυχή του

desalojo 1. α, πράξη και αποτέλεσμα του desalojar, εκκένωση,

En cuanto se detectó humo en el edificio se procedió al desalojo,

Μόλις εντοπίστηκε καπνός στο κτίριο, προχώρησε η εκκένωση

2. εκδίωξη, εκτοπισμός, έξωση, Los alguaciles realizaron el desalojo de la vivienda,

Οι αστυνομικοί πραγματοποίησαν την έξωση του σπιτιού,

El juez ordenó el desalojo de los manifestantes de la plaza,

Ο δικαστής διέταξε την εκδίωξη των διαδηλωτών από την πλατεία

3. εγκατάλειψη χώρου

4. εκτόπισμα υγρού ή πλοίου

desalojamiento 1. πράξη και αποτέλεσμα του desalojar

desalojado, da 1. α θ, άστεγος, άστεγη

realojar 1. ρμ, επανα-στεγάζω, παρέχω νέο κατάλυμα, Después del incendio, las autoridades realojaron a las familias afectadas en albergues temporales, Μετά την πυρκαγιά, οι αρχές επανα-στέγασαν τις πληγείσες οικογένειες σε προσωρινά καταφύγια

realojo 1. α, επαναστέγαση, παροχή νέου καταλύματος

realojamiento 1. α, επαναστέγαση, παροχή νέου καταλύματος

logis 1. α, στρ, λοχίας ιππικού, πυροβολικού

lonja πρχ λονχα> από λόχος> πλατύς χώρος στέγασης> αγορά

πρχ λονχα> λουκα-νικο> έννοια μακρόστενου υλικού, φέτα, λωρίδα

1. φέτα, El bocadillo tiene cuatro lonjas de jamón y una de queso,

Το σάντουιτς έχει τέσσερις φέτες χοιρομέρι και μία φέτα τυρί

2. αγορά για εμπόρους, χώρος πώλησης, χρηματιστήριο εμπορευμάτων,

Los vendedores de esta lonja están acostumbrados a regatear el precio de sus productos,

Οι πωλητές αυτής της αγοράς έχουν συνηθίσει να παζαρεύουν τις τιμές των προϊόντων τους

3. ιχθυαγορά, ιχθυόσκαλα, ψαραγορά, Fuimos a la lonja para comprar almejas,

Πήγαμε στην ψαραγορά για να αγοράσουμε μύδια

4. παντοπωλείο

5. ατκ, προστώο ναού

6. ατκ, προαύλιο δημόσιου κτιρίου

lonjeta 1. θ, λωρίδα, φέτα

2. μτφ, κρεβατίνα, πέργκολα κήπου

logia 1. θ, μτθ λο-για> γα-λα-ρία= μασονική στοά

2. ατκ, στοά

Scroll to Top