ALMÍBAR= ΜΤΘ ΑΛ-ΜΙ-ΒΑΡ> ΜΕΛΙ-ΦΟΡΟ> ΣΙΡΟΠΙ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
almíbar 1. α, σιρόπι, melocotones en almíbar, ροδάκινα σε σιρόπι, κομπόστα με ροδάκινα
almibarado, da 1. ε, σιροπιαστός, -ή, -ό, tomaron un postre con frutas almibaradas,
για επιδόρπιο έφαγαν φρούτα κομπόστα
Este bizcocho está almibarado, Αυτό το μπισκότο είναι σιροπιστό
2. πάρα πολύ γλυκός, -ιά, -ό, λιγωτικός, -ή, -ό
3. σαν μέλι γλυκός, γλυκύς, -ειά, – ύ, γλυκερός, -ή, -ό
4. μτφ, μελι-φόρος= σιροπιαστός, -ή, -ό, γλυκούλικος, -η, -ο,
La mamá de mi novia me hablaba con un tono almibarado que no sonaba sincero,
Η μαμά της κοπέλας μου μου μίλαγε με έναν σιροπιαστό τόνο που δεν ακουγόταν ειλικρινής
A Julio le gustan esas novelas románticas almibaradas,
Του Χούλιο του αρέσουν αυτά τα σιροπιαστά ρομαντικά μυθιστορήματα