ALDEA

ALDEA= ΠΡΧ ΑΛ-ΔΕΑ> ΣΑ ΔΩΜΑ Ή ΣΑ ΔΗΜΟΣ ΜΙΚΡΟΣ> ΧΩΡΙΟΥΔΑΚΙ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

aldea 1. θ, μικρό χωριό, χωριουδάκι, su padre nació en una aldea,

ο πατέρας του γεννήθηκε σε ένα χωριουδάκι

aldeanismo 1. α, τοπικισμός, επαρχιωτισμός, λόγια ή έκφραση χωριάτικη,

los aldeanismos de su dicción delataron su procedencia,

Οι επαρχιωτισμοί του λεξικού του πρόδωσαν την καταγωγή του

2. επαρχιώτικη νοοτροπία

aldeaniego, ga 1. ε, για κάτοικο χωριού, χωριανός, -ή, -ó, χωρικός, -ή, -ó

2. από χωριό, χωριάτικος, -η, -o

aldeano, na 1. ε, α θ, του χωριού, χωριανός, -ή, -ó, χωρικός, -ή, -ó, χωριάτης, -ισσα

Los aldeanos conocen estos terrenos como la palma de su mano

Οι χωρικοί ξέρουν αυτά τα εδάφη σαν την παλάμη τους

Los locales visitan la capilla aldeana todos los domingos,

Οι ντόπιοι επισκέπτονται το παρεκκλήσι του χωριού κάθε Κυριακή

2. απο χωριό, χωριάτικος, -η, -ο, χωριάτης, χωριάτα, χωριάτισσα

Scroll to Top