ALEGRE= ΠΡΧ ΑΛΕΚΤΩΡ> ΚΟΚΚΟΡΑΣ> ΦΩΝΗ ΜΕΓΑΛΗ, ΧΑΡΑ, ΜΤΘ ΑΛΕ-ΓΡΕ> ΑΓΑΛΛΙΑΣΗ,
ΑΛΕ-ΓΡΕ> ΟΛΟ-ΧΑΡΗΣ> ΧΑΡΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
alegría πρχ αλέκτωρ> κόκκορας> φωνή χαρούμενη, χαρά
1. α, συναίσθημα χαράς, tengo una gran alegría, έχω μια μεγάλη χαρά
2. μτφ, επιπολαιότητα, ελαφρότητα όταν κάνω κάτι, ανευθυνότητα,
trata algunos temas con alegría, χειρίζεται ορισμένα θέματα με επιπολαιότητα
Conduce su moto con demasiada alegría, ¡su pobre mamá ya no duerme!
Οδηγεί τη μοτοσικλέτα του με υπερβολική επιπολαιότητα, η καημένη η μητέρα του δεν κοιμάται πια!
3. βοτ, μαγ σουσάμι
4. σνθ, alegría de la casa, βοτ, βαλσαμίνη
5. εκφ darle una alegría a alguien, δίνω χαρά σε κάποιον
nos dio una gran alegría, μας έδωσε μεγάλη χαρά
ser la alegría de la huerta, ειρ, μτφ, είναι η χαρά του περιβολιού (κάνει καρδιά περιβόλι)
la nueva directora no es precisamente la alegría de la huerta,
η καινούργια διευθύντρια δεν είναι ακριβώς και η χαρά προσωποποιημένη
alegrías 1. θ πλ, εύθυμοι χοροί και τραγούδια της Ανδαλουσίας
alegreto, allegretto 1. επρ, α, μσκ, αλεγκρέτο
alegro, allegro 1. επρ, α, μςκ, αλέγκρο, αλέγκρο
alegrón 1. α, μεγάλη χαρά, ξαφνική χαρά, ¡Jamás olvidaré el alegrón de conocer y saludar a mi cantante favorito!, Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη χαρά του να γνωρίσω και να χαιρετίσω τον αγαπημένο μου τραγουδιστή!
2. εκφ, darle un alegrón a alguien, δίνω μεγάλη χαρά σε κάποιον,
su regalo me dio un alegrón increíble, το δώρο του μου έδωσε απίστευτη χαρά
alegrar πρχ αλέκτωρ= βγάζω φωνή χαρούμενη, πρχ μτθ αγαλλιάζω, πρχ ολο-χαίρω
1. ρμ, χαροποιώ, δίνω χαρά, tu mensaje me alegra, το μήνυμα σου με χαροποιεί
Tu sola presencia me alegra el alma, Η παρουσία σου μόνο μου δίνει χαρά
2. μτφ, ζωντανεύω, La música alegrará la fiesta, η μουσική θα ζωντανέψει το πάρτι,
unos jugadores alegran el equipo, κάποιοι παίκτες δίνουν ζωντάνια στην ομάδα
3. φέρνω σε κέφι, la cerveza me ha alegrado, η μπύρα μ’ έφερε στο κέφι
4. ταυ, αναστατώνω
5. ναυ, πρχ αλεγκραρ> λασκάρω ένα σκοινί
6. ραντ, χαίρομαι, καταχαίρομαι, me alegro por tu visita, χαίρομαι για την επίσκεψη σου
7. ζωντανεύω, alégrate, no estés así, ζωντάνεψε, μην είσαι έτσι
8. ευθυμώ, έρχομαι στο κέφι, είμαι ελαφρά πιωμένος,
Una cerveza no es suficiente para alegrarme,
Μια μπύρα δεν είναι αρκετή για να με ευθυμήσει
alegre 1. ε, χαρούμενος, -η, -o, un chico muy alegre, ένα πολύ χαρούμενο αγόρι
La Navidad es una época del año especialmente alegre y divertida,
Τα Χριστούγεννα είναι μια ιδιαίτερα χαρούμενη και διασκεδαστική εποχή του χρόνου
2. εύθυμος, -η, -o, ευδιάθετος, -η, -ο, En cuanto bebe una copa de vino, se pone alegre,
Μόλις πίνει ένα ποτήρι κρασί, γίνεται ευδιάθετος
3. χαλαρός, -ή, -ό για ένα θέμα, es muy alegre en cuestión de dinero,
είναι πολύ χαλαρός σε θέμα χρημάτων
4. εκφ, alegre de cascos, αλέκτωρ στο κάσκο> κεφάλι= ξεμυαλισμένος, αφηρημένος
alegremente 1. επρ, χαρούμενα
2. εύθυμα, ευδιάθετα
3. επιπόλαια
realegrarse 1. ραντ, πρχ περι-αγάλλομαι= νιώθω απέραντη χαρά
alacridad 1. θ, λγτ, σαν αλέκτωρ γρήγορος= ζωντάνια, σβελτάδα, προθυμία,
Rita siempre acepta cada nueva tarea que se le asigna con alacridad,
Η Ρίτα δέχεται πάντα κάθε νέα εργασία που της ανατίθεται με προθυμία