ALARDEAR= ΠΡΧ ΚΑΝΩ ΤΟΝ ΛΟΡΔΟ> ΕΠΙΔΕΙΚΝΥΩ ΠΡΟΣΟΝ, ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ,
ΠΡΧ ΑΡΑΔ-ΙΑΖΩ> ΕΠΙΔΕΙΚΝΥΩ ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΚΑΥΧΗΜΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
alarde 1. α, πρχ σαν λόρδος= επίδειξη σε προσόν, hizo alarde de su erudición y oratoria,
έκανε επίδειξη της μόρφωσης και της ρητορικής του,
pronunció la palabra "merveilleux" correctamente, haciendo alarde de su perfecto francés, πρόφερε σωστά τη λέξη «merveilleux», επιδεικνύοντας τα άψογα γαλλικά της
su actuación fue un alarde de profesionalidad,
η στάση του αποτέλεσε επίδειξη επαγγελματισμού
2. στρ, επιθεώρηση ή παρέλαση
ή πρχ αλ-αράδα= λίστα με τα ονόματα στρατιωτών
3. νομ, ρόλος
4. εκφ, en un alarde de, μτφ, σε ένα αράδιασμα> σε μία κρίση, σε ένα ξέσπασμα,
en un alarde de simpatía, nos contó su amor por nosotros,
σε μία κρίση συμπαθείας, μας διηγήθηκε την αγάπη του για εμάς
hacer alarde de, κάνω τον λόρδο= κάνω τον λόρδο> επιδεικνύω, δείχνω, φανερώνω,
hizo alarde de su ingenio, επέδειξε την εξυπνάδα του
ή επιδεικνύω μάταια, κάνω επίδειξη κάποιου πράγματος,
se pasó el día haciendo alarde de su cuerpo,
πέρασε όλη τη μέρα επιδεικνύοντας το σώμα της
alardear 1. ρα, κάνω τον λόρδο= κάνω επίδειξη, επιδεικνύω, καυχιέμαι, κομπάζω,
Javier alardeó de su mansión, Ο Χαβιέρ καυχιόταν για την έπαυλη του,
¡deja ya de alardear! σταμάτα να κάνεις επίδειξη!
alardear de, alardea de su inteligencia, κάνει επίδειξη της εξυπνάδας του
alardeo 1. α, επίδειξη προσόντος, ικανότητας, καύχηση για κάτι, κομπασμός,
Matías me harta con su alardeo constante acerca de su inteligencia superior,
Ο Ματίας με κουράζει με την συνεχή καύχηση του για την ανώτερη νοημοσύνη του