ALANO

ALANO= ΠΡΧ ΑΛΑΝΟΣ

alano, na 1. ε, ιστ, αλανικός, -ή, -ó

2. α θ, Αλανός, Αλανή, απο φυλή Καυκάσου

alano 1. α, μτφ, σαν Αλάνος> μεγάλος= σκύλος μολοσσός

Scroll to Top