ALARIDO= ΗΧΜ ΛΑ-ΛΑ-ΡΗΤΟ Ή ΜΤΘ ΑΛΑ-ΡΙ-ΤΟ> ΟΥΡΛΙΑΧΤΟ
alarido 1. α, ουρλιαχτό λόγω πόνου, τρόμου ή άλλης αιτίας αισθήσεως, συναισθήματος, alaridos de dolor, ουρλιαχτά πόνου
Alguien llamó a la policía porque escuchó alaridos saliendo de la casa,
Κάποιος κάλεσε την αστυνομία γιατί άκουσε ουρλιαχτά να βγαίνουν από το σπίτι
2. στρ, ουρλιαχτό εισόδου στην μάχη, ιαχή πολέμου, el alarido de los guerreros,
η ιαχή των πολεμιστών
3. εκφ, dar, pegar alaridos, βγάζω, πατάω ουρλιαχτά, κραυγή, ουρλιάζω,
Ana pegó un alarido al tocar el agua hirviendo, Η Άννα ούρλιαξε όταν άγγιξε το βραστό νερό