ACEQUIA

ACEQUIA= ΠΡΧ ΑΘΕΚΙΑ> ΑΥΛΑΚΙΑ, ΑΥΛΑΚΙ ΠΟΤΙΣΜΑΤΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

acequia 1. θ, πρχ αυλακιά= αρδευτικό αυλάκι, αυλάκι ποτίσματος

acequiar 1. ρα, ρμ, αυλακίζω, κάνω αυλάκια ποτίσματος, κανάλια αρδευτικά

cequia 1. θ, αρδευτική τάφρος, ποτιστικό αυλάκι

azacán, na 1. α θ, πρχ αθίγγανος ή ανίκανος= άνθρωπος που κάνει ταπεινές δουλειές,

se ha ganado la vida trabajando como una azacana,

κέρδισε το ψωμί της δουλεύοντας σαν σκλάβα

azacán 1. α, νεροκουβαλητής, νερουλάς

azacanear 1. ρα, πρχ τσακώνω την δουλειά= πέφτω με τα μούτρα, σκίζομαι στη δουλειά

Scroll to Top