ACERVO

ACERVO= ΠΡΧ ΑΘΕΡΒΟ> ΑΔΕΡΦΟΣ> ΜΕΤΑΞΥ ΑΔΕΡΦΩΝ> ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

acervo 1. α, νομ, κοινή κληρονομιά, James heredó unas tierras, pero forman parte de un acervo y no puede venderlas, Ο Τζέιμς κληρονόμησε κάποιες γαίες, αλλά είναι μέρος μιας κοινή κληρονομιά και δεν μπορεί να τις πουλήσει

2. μτφ, κληρονομιά από κάτι άυλο, τέχνης, πολιτισμού

3. σνθ, acervo común, νομ, κοινή κληρονομιά

acervo cultural, πολιτιστική κληρονομιά

Scroll to Top