ACEITE= ΠΡΧ ΑΣΕΙΤΕ> ΕΛΕΗΣΤΕ> ΕΛΑΙΟ, ΛΑΔΙ, ΠΡΧ ΑΣΕΤΟΝ ΣΑΝ ΕΛΑΙΟ ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
aceite πρχ ασειτε> ελεήστε> έλαιο, λάδι
1. α, λάδι, aceite del motor, λάδι της μηχανής
pon aceite en la sartén, βάλε λάδι στο τηγάνι
2. σνθ, aceite de vitriolo, χημ, έλαιο βιτριολιού
aceite esencial, volátil, αιθέριο, πτητικό έλαιο
aceite pesado, refinado, μηχαν-έλαιο, ραφιναρισμένο έλαιο
aceite rosado, ροδ-έλαιο
aceite vegetal, φυτικό έλαιο
aceite virgen, παρθένο ελαιόλαδο
aceite bronceador, λάδι μπρούτζου> μαυρίσματος
aceite de almendra, de coco, αμυγδαλ-έλαιο, λάδι καρύδας
aceite de ballena, λάδι φάλαινας
aceite de colza, κραμβ-έλαιο
aceite de girasol, de cacahuete, de sésamo σπορ-έλαιο, αραχιδ-έλαιο, σουσαμ-έλαιο
aceite de hígado de bacalao, μουρουνέλαιο
aceite de linaza, λιν-έλαιο
aceite de oliva, ελαιό-λαδο
aceite de ricino, ρητιν-έλαιο
aceite de soja, σογι-έλαιο
3. εκφ, perder alguien aceite, οικ, χάνει λάδια κάποιος= την κουνάω την αχλαδιά
aceitera 1. θ, λαδι-έρα, δοχείο λαδικό
2. ελαιοπαραγωγική μονάδα
3. εντ, κανθαρίδα
aceiteras 1. θ πλ, λαδικό, λαδερό, ροΐ
aceitería 1. θ, λαδ-ερί, λαδο-μάγαζο
aceitero, ra 1. ε, ελαιουργικός, -ή, -ό
2. α θ, λαδ-έμπορος
aceitón 1. α, λάδι πυκνό και θολό
2. απόβλητα από καθαρισμού λαδιού
3. εντ, εξίδρωση εντόμου
aceitoso, sa 1. ε, λαδερός, -ή, -ό
aceituna 1. θ, καρπός ελιάς
2. σνθ, aceituna gordal, ποικιλία χοντρής ελιάς
aceituna manzanilla, είδος μικρής πράσινης ελιάς
aceituna negra, verde, μαύρη, πράσινη ελιά
aceituna picudilla, ελιά picholine
aceituna rellena, γεμιστή ελιά
aceitada 1. θ, μαγ, πρχ ελαιο-πιτάδα= γλυκό με βάση το λάδι, λαδό-πιτα
aceitunero, ra 1. α, ελαιο-τριβείο, -συλλεκτήριο, αποθήκη ελιών
2. α θ, έμπορος ελιών
3. ελαιο-συλλέκτης, -ια, που συλλέγει ελιές
4. θ, εποχή συλλογής ελιάς
aceituno 1. α, ελαιό-δεντρο
aceitar 1. ρμ, λαδώνω, Conviene aceitar el recipiente para que el bizcocho no se pegue,
Συνιστάται να λαδώσετε το δοχείο έτσι ώστε να μην κολλήσει το κέικ
2. λιπαίνω με γράσο, aceitar los engranajes, γρασάρω τα γρανάζια
aceitado 1. α, λάδωμα
aceitazo 1. α, λάδι πυκνό και θολό
aceitunado, da 1. ε, λαδής, -ιά, -ί
enaceitar 1. ρμ, λαδώνω
2. ραντ, λαδώνομαι= ταγγίζω
acebuche 1. α, βοτ, αγρι-ελιά
acebuchina 1. θ, καρπός αγρι-ελιάς
acebuchal 1. α, δάσος αγρ-ιελιάς