PAVÉS= ΠΡΧ ΠΑΝ-ΟΠΛΕΣ> ΠΑΒΕΣ> ΠΑΝΟΠΛΙΑ, ΠΡΧ ΠΑΒΙΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Pavía 1. ονο Παβία
2. εκφ, irse, echar por las de Pavía, μτφ, φεύγω, ρίχνω από αυτές του πρέσβυ> σαν πρέσβυς,
απαντάω με υπεκφυγές, τα μπουρδουκλώνω ή απαντάω εριστικότατα
paviano, na 1. ε, παβιανός, -ή, -ό, από την Παβία
2. α θ, γηγενής, κάτοικος της Παβίας
pavía 1. θ, βοτ, παβία, ποικιλία ιπποκαστανέας
pavés 1. α, πρχ παν-οπλές ή παρα-βυζο> παβές= θώρακας πανοπλίας
pavesina 1. θ, πρχ παν-οπλίνα= μικρή ασπίδα
pavesada 1. θ, ναυ, μτφ, σημαιάκια
empavesada 1. θ, ναυ, παραπέτο, δρύφρακτο
empavesado 1. α, εν-πανοπλία> στρατιώτης με παβές> πανοπλία
2. κάλυψη μνημείου με ύφασμα
3. σημαιοστολισμός πλοίου
empavesado, da 1. ε, κεκαλυμμένος, -η, -o για μνημείο
2. σημαιοστολισμένος, -η, -o για πλοίο
empavesar 1. ρμ, κάλυψη μνημείου με ύφασμα
2. σημαιοστολίζω πλοίο