PAUSA

PAUSA= ΠΡΧ ΠΑΥΣΗ, ΑΝΑ-ΠΑΥΣΗ, ΠΟΖΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

pausa πρχ παύση σε κάτι, μικρή διακοπή

1. θ, ανάπαυση, διακοπή σε δουλειά, διάλειμμα, hacemos una pausa en el trabajo,

κάνουμε ένα διάλειμμα στην δουλειά

παύση σε πράξη, hizo una pausa para beber agua, έκανε μια παύση για να πιεί νερό

2. μτφ, παύση σαν ύφεση, la bolsa conoce una pausa, το Χρηματιστήριο περνάει μια ύφεση 3. γλγ, παύση, la coma indica una pausa, το κόμμα δείχνει μια παύση

4. μσκ, παύση

5. παύση σαν ηρεμία στην ομιλία, hablar con pausa, μιλάω με ηρεμία

6. σνθ, pausa publicitaria, διαφημιστικό διάλειμμα

7. εκφ, hacer una pausa, κάνω ένα διάλειμμα σε πράξη

ή κάνω μια παύση όταν μιλώ

sin pausa pero sin prisa, χωρίς παύση αλλά χωρίς βιασύνη= αργά αλλά σταθερά

pausadamente 1. επρ, με πάσο= ήρεμα, νηφάλια, σταθερά

pausado, da 1. ε, που ενεργεί αργά, με παύση, αργός, -ή, -ó, βραδύς, -εία, -ύ,

persona pausada, άτομο βραδύ

2. που εκτελείται αργά, με παύση, αργός, -ή, -ó, βραδύς, -εία, -ύ,

respiración pausada, αναπνοή αργή

3. για φωνή, ομιλία με παύση, συγκρατημένος, -η, -ο, σταθερός, -ή, -ό,

La expresión pausada del orador dejaba tiempo para que el público reflexionara sobre sus palabras, Η σταθερή έκφραση του ομιλητή άφησε χρόνο στο κοινό να συλλογιστεί τα λόγια του

pausado 1. επρ, με παύση, αργά, βραδέως, ήρεμα, νηφάλια, σταθερά,

anda pausado, βαδίζει αργά

pausar 1. ρμ, κάνω παύση, Voy a pausar un momento para reflexionar sobre la situación,

θα κάνω μια παύση μια στιγμή για να σκεφτώ σχετικά με την κατάσταση

2. πρχ πάω με πάσο, πιο αργά μια πράξη, διαδικασία, εκτέλεση, βραδύνω, καθυστερώ,

pausa un poco las frases de tu discurso, βράδυνε λιγάκι τις φράσεις στην ομιλία σου

mesopausa 1. θ, γεω, μεσόπαυση

pose 1. θ, φωτ, πόζα

2. μτφ, ψεύτικη πόζα, συμπεριφορά, στάση κάποιου, βιτρίνα,

no hay nada bajo su pose de intelectual,

δεν υπάρχει τίποτα κάτω από την πόζα του διαλεκτικού

posada πρχ πα(υ)ση-τήριο

1. θ, μέρος για ανάπαυση ταξιδιωτών, καταφύγιο, κατάλυμα, πανδοχείο,

Está oscureciendo, deberíamos parar en esa posada y dormir un poco,

Νυχτώνει, θα έπρεπε να σταματήσουμε σε αυτό το πανδοχείο και να κοιμηθούμε λίγο

ή φιλοξενία σαν πράξη, siempre tendrás posada en mi casa,

πάντα θα έχεις φιλοξενία στο σπίτι μου

2. ξενώνας

3. εκφ, dar posada, προσφέρω φιλοξενία

posadero, ra πρχ ανα-παυσητ-άρης> που παρέχει ανάπαυση

1. α θ, ξενοδόχος

2. ιδιοκτήτης, -ια πανσιόν, ξενώνα, καταλύματος

3. πανδοχέας

posaderas 1. θ πλ, οικ, μτφ, εκεί που ποζάρει> κάθεται το σώμα= οπίσθια, γλουτοί,

No me puedo sentar. Me ha salido un grano en las posaderas,

Δεν μπορώ να καθίσω. Μου έχει βγει ένα σπυράκι στους γλουτούς μου

posar πρχ ποζάρω

1. ρμ, αφήνω κάτι απαλά σε επιφάνεια, εναποθέτω, ακουμπώ,

posó el vaso sobre el mantel, ακούμπησε το ποτήρι πάνω στο τραπεζομάντηλο

2. αφήνω κάτι σε επιφάνεια, posaron las mochilas encima de una mesa,

ακούμπησαν τα σακίδια πάνω σε ένα τραπέζι

3. ποζάρω, La modelo va a posar para la portada de la revista,

η μοντέλα θα ποζάρει για το εξώφυλλο του περιοδικού

4. ραντ, για πτηνό, αεροπλάνο, ποζάρω μετά από πτήση, κάθομαι, προσγειώνομαι,

Las aves suelen posarse en las ramas de los árboles,

τα πουλιά είθισται να κάθονται στα κλαδιά των δέντρων

5. για μόρια υλικού, κατακάθια από κάτι, κάθομαι,

el azúcar se posó en el fondo de la taza, η ζάχαρη κάθισε στον πάτο του φλιτζανιού

el polvo se ha posado sobre los muebles, η σκόνη έχει καθίσει στα έπιπλα

6. ρμ, μτφ, ποζάρω την ματιά μου και παρατηρώ, posó sus ojos en ella,

ποζάρισε τα μάτια του σε αυτήν

poso πρχ αυτό που ποζά-ρει στον πάτο

1. α, μούργα, κατακάθι, ίζημα, los posos del café, τα κατακάθια του καφέ

2. σε ποτά αλκοολούχα, el poso del vino, τα κατακάθια από το κρασί

3. μτφ, αυτό που μένει από εμπειρία= γεύση, επίγευση, me quedo un poso de amargura,

μου έμεινε μια γεύση πικρίας

4. εκφ, formar poso, για υγρό, σχηματίζω ίζημα

aposento πρχ απο-σεντο> απο-σετ-αριο ή ανα-παυση-τήριο ή μέρος που αποθέτω εμένα

1. α, δωμάτιο ή διαμέρισμα, la princesa se retiró a su aposento,

η πριγκίπισσα αποσύρθηκε στο δωμάτιο της

2. μέρος, κατάλυμα για διαμονή, φιλοξενία, buscaba aposento para pasar la noche,

έψαχνα μέρος να περάσω την νύχτα

3. εκφ, dar aposento a alguien, δίνω κατάλυμα σε κάποιον

tomar aposento en, στεγάζομαι σε

aposentar 1. ρμ, δίνω ανάπαυση= παρέχω στέγη, στεγάζω, el hotel aposentó al alcalde,

το ξενοδοχείο στέγασε τον δήμαρχο

2. ραντ, πρχ αναπαύομαι, αποθέτομαι σε χώρο= στεγάζομαι προσωρινά,

se aposentó en la suite del hotel, στεγάστηκε στην σουίτα του ξενοδοχείου

3. εγκαθίσταμαι, se aposentó en su casa de la costa,

εγκαταστάθηκε στην παραθαλάσσια κατοικία του

4. μτφ, αναπαύομαι, βολεύομαι κάπου, se aposentó en el sillón,

αναπαύθηκε στην πολυθρόνα

aposentamiento 1. α, ανάπαυση σε χώρο, διαμονή, στέγαση,

El apostentamiento de estudiantes me ayuda a solventar los gastos de mi enorme casa,

Η φοιτητική στέγαση με βοηθά να καλύψω τα έξοδα του τεράστιου σπιτιού μου

2. εγκατάσταση σε χώρο

3. ανάπαυση, βόλεμα κάπου

aposentador, ra 1. α θ, που παρέχει ανάπαυση= οικοδεσπότης, -να

aposentador 1. α, σιτιστής

2. σνθ, aposentador mayor de Palacio, αρχι-θαλαμηπόλος στο παλάτι

reposo πρχ ρεποσο> περί-παυση> ανάπαυση, πρχ ρεπο

1. α, ανάπαυση, ξεκούραση, necesitas un poco de reposo para recuperar fuerzas,

χρειάζεσαι λιγάκι ανάπαυση για να ανακτήσεις δυνάμεις

2. φσκ, παύση

3. σνθ, reposo absoluto, πλήρη ανάπαυση

tiene un esguince en la rodilla y ha de estar en reposo absoluto,

έχει ένα διάστρεμμα στο γόνατο και πρέπει να είναι σε πλήρη ανάπαυση

4. εκφ, dejar algo en reposo, μαγ, αφήνω κάτι να αναπαυτεί

en reposo, για σώμα, άτομο, μηχανή, σε ανάπαυση

guardar reposo, μένω στο κρεβάτι

reposar 1. ρα, αναπαύομαι, estoy muy cansado, necesito reposar un poco,

είμαι πολύ κουρασμένος, χρειάζομαι να αναπαυτώ λιγάκι

2. αναπαύομαι για λίγο, κοιμάμαι λίγο, le gusta reposar un rato después de comer,

του αρέσει να κοιμάται λίγο μετά το φαί

3. για σώμα, αναπαύομαι, aquí reposan sus restos mortales,

εδώ αναπαύονται τα θνητά λείψανα τους

su cuerpo reposa en el cementerio de la ciudad,

το σώμα του αναπαύεται στο κοιμητήριο της πόλεως

4. για υλικό, αναπαύομαι, la masa tiene que reposar durante media hora,

το ζυμάρι πρέπει να αναπαυτεί για μισή ώρα

κάθομαι, deja reposar el vino antes de beberlo, άσε να καθίσει το κρασί πριν το πιείς

5. ρμ, αναπαύω μέλος, ακουμπώ, reposó la cabeza sobre la mano,

ακούμπησε το κεφάλι του στο χέρι

6. αναπαύω φαγητό= χωνεύω, todavía no he reposado la comida,

ακόμα δεν χώνεψα το φαγητό

reposado, da 1. ε, ήσυχος, -η, -o, ήρεμος, -η, -ο,

hoy he tenido un día muy reposado, σήμερα είχα μια μέρα πολύ ήσυχη

Míriam suele ser una chica reposada pero hoy está hiperactiva,

Η Μίριαμ είναι συνήθως ένα ήρεμο κορίτσι, αλλά σήμερα είναι υπερκινητική

2. για φωνή, ήρεμος, -η, -o

3. ξεκούραστος, -η, -o, Hoy estoy reposadο porque he dormido 9 horas,

Σήμερα είμαι ξεκούραστος γιατί κοιμήθηκα 9 ώρες

4. για απόφαση, μελετημένος, -η, -o

5. σκεπτόμενος, -η, -ο, Rafa se toma las cosas con calma porque es muy reposado,

Ο Ράφα παίρνει τα πράγματα με ψυχραιμία επειδή είναι πολύ σκεπτόμενος

6. για μέρος, αναπαυτικός, ή, -ό, ξεκούραστος, -η, -o

reposadamente 1. επρ, κάνω κάτι με ανάπαυση= νηφάλια, ήσυχα,

conversamos reposadamente, συζητήσαμε νηφάλια

caminábamos reposadamente, περπατούσαμε ήσυχα

reposadero 1. α, τχν, πρχ περι> ανα-παυτήριο= λεκάνη συλλογής λειωμένου μετάλλου

σε υψικάμινο

posavasos 1. α, πρχ ποζα-ποτήρι= σουβέρ, υποπότηρο

reposabrazos 1. α, πρχ περι> ανα-παύσο-μπράτσο= μπράτσο πολυθρόνας, αμαξιού

reposacabezas 1. α, πρχ περι> ανα-παυσο-κεφάλι= μαξιλάρι κεφαλιού αυτοκινήτου

reposapiés 1. α, πρχ πρχ περι> ανα-παυσο-πόδια= στήριγμα ποδιών, υποπόδιο

Scroll to Top