PARCO= ΠΡΧ ΠΕΡΙ-ΚΟ-ΜΜΕΝΟΣ ΣΕ ΠΟΣΟΤΗΤΑ, ΠΟΙΟΤΗΤΑ, ΕΝΤΑΣΗ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
parco, ca πρχ παρ-κο> περι-κο-μμένος σε ποσότητα, ποιότητα, ένταση, νόημα
1. ε, για λόγια, φειδωλός, -ή, -ó, parco en palabras, φειδωλός σε λόγια
2. φτωχός, -ή, -ó, parcos resultados, φτωχά αποτελέσματα,
El informe fue parco en cifras, Η έκθεση ήταν φτωχή σε αριθμούς
3. ευτελής, -ής, -ές, su parco sueldo no les llega para vivir,
ο ευτελής μισθός του δεν τους φτάνει για να ζήσουν
3. για φαγητό, ελαφρύς, -ιά, -ύ, εύπεπτος, -η, -o, una parca cena, ένα ελαφρύ δείπνο
4. συνοπτικός, -ή, -ό, περιληπτικός, -ή, -ó, declaraciones parcas, δηλώσεις συνοπτικές
5. για άτομο, συγκρατημένος, -η, -o, un hombre parco, ένας άνθρωπος συγκρατημένος
parquedad πρχ περι-κοπτό-τητα
1. θ, μετριοπάθεια, la parquedad de sus palabras, η μετριοπάθεια των λόγων του
2. φειδωλότητα, su parquedad oral no le beneficia en su trabajo de comercial,
η προφορική φειδωλότητα του δεν τον ευνοεί στην δουλειά του σαν έμπορος
3. απλότητα, λιτότητα, la parquedad de su prosa, η απλότητα της γραφής του
4. ανεπάρκεια σε κάτι, la parquedad de recursos, η ανεπάρκεια πόρων
5. μετριοπάθεια, μέτρο, εγκράτεια σε φαγητό, ποτό, come y bebe con parquedad,
τρώει και πίνει με εγκράτεια
6. εκφ, con parquedad με μετριοπάθεια, φειδώ
parsimonia 1. θ, πρχ παρσι-μονια> με περι-μονή ή υπο-μονή σε κινήσεις= βραδύτητα στις κινήσεις μου, siempre llega tarde porque se arregla con una parsimonia irritante,
πάντα φτάνει αργά γιατί ετοιμάζεται με μια βραδύτητα εκνευριστική
2. υπομονή ψυχική> ηρεμία, αταραξία, actuemos con parsimonia,
ας ενεργήσουμε με υπομονή, ηρεμία
admiro su parsimonia, θαυμάζω την αταραξία του
3. υπομονή σαν εγκράτεια, μετριοπάθεια, destaca por su parsimonia en los gastos,
ξεχωρίζει για την εγκράτεια του στα έξοδα
parsimonioso, sa 1. ε, περι-μενων ή με υπομονή= βραδύς, -εία, -ύ, αργός, αργή, -ό σε κινήσεις, es tan parsimonioso que parece que siempre está dormido,
είναι τόσο βραδύς που φαίνεται πως πάντα είναι κοιμισμένος
2. μετρημένος, -η, -ο σε έξοδα
3. ατάραχος, -η, -ο ψυχικά