PARCHE

PARCHE= ΠΡΧ ΠΑΡΤΣΕ> ΜΠΛΑΣΤΡΙ> ΕΜΠΛΑΣΤΡΟ, ΜΠΑΛΩΜΑ, ΠΡΧ ΠΑΤΣΑ-ΒΟΥΡΙ> ΣΑΝ ΚΟΜΜΑΤΙ ΥΦΑΣΜΑ,

ΠΡΧ ΠΑΤΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

parche 1. α, μπάλωμα, La costurera puso un parche en la rotura de mis pantalones,

Η μοδίστρα έβαλε ένα μπάλωμα στο σκίσιμο του παντελονιού μου

2. μπάλωμα σε σαμπρέλα

3. καλύπτρα, λωρίδα για μάτι, Necesito conseguir un parche para mi disfraz de pirata,

Χρειάζομαι να βρω μια καλύπτρα για τη στολή του πειρατή μου

4. δέρμα ταμπούρλου ή ταμπούρλο, El baterista afinó el parche del tambor nuevo,

Ο ντράμερ κούρδισε το νέο τύμπανο

5. μτφ, κομμάτι, κηλίδα, σημάδι, Quedó un parche de pintura en la moqueta de la sala,

Έμεινε ένα κομμάτι μπογιάς στο χαλί του σαλονιού

Gabriela fue al doctor porque le salió un parche en la cara,

Η Γκαμπριέλα πήγε στον γιατρό επειδή της βγήκε ένα σημάδι στο πρόσωπο της

6. οικ, μτφ, κολλημένο μπάλωμα, έκτρωμα μτφ, ese rascacielos que han construido en el centro histórico es un auténtico parche que desfigura el panorama αυτός o ουρανοξύστης που κατασκεύασαν στο ιστορικό κέντρο είναι ένα έκτρωμα που χαλάει το τοπίο

7. οικ, μπάλωμα, Esto no es una solución definitiva. Es solamente un parche,

Αυτή δεν είναι μια μόνιμη λύση. Είναι απλώς ένα μπάλωμα

8. οικ, υτμ, προχειροδουλειά, μπάλωμα, no es una reparación sino un parche,

δεν είναι επισκευή αλλά μπάλωμα

9. ιατ, έμπλαστρο για πόνο ή διαδερμικό έμπλαστρο, πατς, χανζα-πλαστ, τσιρότο,

Me he cortado el dedo. Tendré que ponerme un parche,

Έκοψα το δάχτυλό μου. Θα πρέπει να του βάλω ένα τσιρότο,

10. πλφ, λογισμικό ενημέρωσης, λογισμικό επιδιόρθωσης,

El técnico instaló un parche y actualizó mi computadora,

Ο τεχνικός εγκατέστησε ένα λογισμικό ενημέρωσης και ενημέρωσε τον υπολογιστή μου

11. ταυ, χρωματιστό ύφασμα σε σχήμα τριαντάφυλλου που φέρει ο ταύρος στο κεφάλι

12. σνθ, parche de nicotina, έμπλαστρο, πατς νικοτίνης

parche poroso, χάνζαπλαστ

13. εκφ, ¡oído, ojo al parche! οικ, προσοχή!

pegarle un parche a alguien, οικ, την φέρνω σε κάποιον, του δαγκώνω χρήματα,

con el cuento de que está sin trabajo, nos ha pegado el parche a los dos,

με το παραμύθι πως είναι χωρίς δουλειά, μας έχει δαγκώσει και τους δύο,

ponerle un parche a algo, κυρ, μτφ, βάζω μπάλωμα ή προσπαθώ να τα μπαλώσω

parchear 1. ρμ, πρχ βάζω πατς, μπάλωμα= μπαλώνω: ¿me puedes parchear el pantalón?

μπορείς να μου μπαλώσεις το παντελόνι;

Tienes que parchear el codo de ese pulóver,

Πρέπει να μπαλώσεις τον αγκώνα αυτού του πουλόβερ

2. μπαλώνω σαμπρέλα, Juan me ayudó a parchear una rueda pinchada,

Ο Χουάν με βοήθησε να μπαλώσω ένα σκασμένο λάστιχο

3. μτφ, αντιμετωπίζω προσωρινά, μπαλώνω, esta medida permite parchear las emergencias pero no resuelve los problemas

estructurales, αυτό το μέσο επιτρέπει να αντιμετωπιστούν προσωρινά οι επείγουσες ανάγκες αλλά δε λύνει τα δομικά προβλήματα

4. μπαλώνω, Intentaron parchear el problema financiero con un préstamo a corto plazo,

Προσπάθησαν να μπαλώσουν το οικονομικό πρόβλημα με ένα βραχυπρόθεσμο δάνειο

5. πλφ, επιδιορθώνω, han logrado parchear los fallos de la última versión,

κατάφεραν να επιδιορθώσουν τα σφάλματα, προβλήματα της τελευταίας έκδοσης

6. μτφ, πρχ πα-ρτσ-εαρ> πα-σπατ= πασπατεύω, χουφτώνω κάποιον

emparchar, parchar 1. ρμ, οικ, μπαλώνω, ¿me emparchas los vaqueros?

μου μπαλώνεις τα τζιν;

le ayudó a emparchar los neumáticos de la bicicleta,

Τη βοήθησε να μπαλώσει τα λάστιχα του ποδηλάτου

¿Por qué no te compras una chaqueta nueva en lugar de parchar la vieja?

Γιατί δεν αγοράζεις ένα καινούργιο μπουφάν αντί να μπαλώνεις το παλιό;

parchazo 1. α, οικ, πρχ παρτσα-θο> φαρσα-το= πλάκα, φάρσα,

no me gustan los parchazos, δεν μου αρέσουν οι πλάκες

2. ναυ, πλατάγισμα των πανιών, El temporal fue tan fuerte que escuchamos un parchazo tremendo en la vela mayor,

Η καταιγίδα ήταν τόσο δυνατή που ακούσαμε έναν τρομερό πλατάγισμα στο μαΐστρα

3. εκφ, pegar un parchazo, εξαπατώ, δαγκώνω χρήματα σε κάποιον,

me han pegado tal parchazo que me han dejado sin dinero,

μου έχουν δαγκώσει τόσο που με έχουν αφήσει άφραγκο

parto, ta 1. ε, ιστ, πάρθιος, -α, -o, παρθικός, -ή, -ó, ejército parto, παρθικός στρατός

2. α θ, Πάρθιος, Πάρθια

Scroll to Top