PADRE

PADRE= ΠΡΧ ΠΑΤΕΡΑΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

patria 1. θ, πατρίδα, hace cuarenta años que no está en su patria,

έχει 40 χρόνια που δεν βρίσκεται στην πατρίδα του

2. σνθ, patria adoptiva, θετή πατρίδα

patria celestial, ουράνια πατρίδα

patria chica, γενέτειρα γη

segunda patria, δεύτερη πατρίδα

3. εκφ, hacer patria, προσφέρω στην πατρίδα

apatrida 1. ε, α θ, απατριωτικός, -ή, -ό, είναι άπατρις, άπατρις

compatricio, cia 1. α θ, συμπατριώτης, -ισσσα, συμπολίτης, -ισσα

compatriota 1. α θ, συμπατριώτης, -ισσα, πατριώτης, -ισσα, συμπολίτης, -ισσα

patriarca 1. α, κυρ, μτφ, πατριάρχης για οικογένεια, συλλογικότητα, φυλή, θρησκεία

2. εκφ, como un patriarca, σαν πατριάρχης, vive como un patriarca, ζει σαν πατριάρχης

patriarcado 1. α, αξίωμα ή χρόνος θητείας πατριάρχη, πατριαρχία

2. πατριαρχείο, έδαφος δικαιοδοσίας πατριάρχη

patriarcal 1. ε, πατριαρχικός, -ή, -ó

2. α, πατριαρχική εκκλησία

3. πατριαρχία εδαφική

patrio, ria 1. ε, πάτριος, -α, -o, πατριωτικός, -ή, -ó, el suelo patrio, τα πάτρια εδάφη

2. πατρικός, -ή, -ó, el amor patrio, πατρική αγάπη

patriota 1. ε, α θ, πατριωτικός, -ή, -ó, πατριώτης, -ισσα

patriotería 1. θ, υτμ, πατριδοκαπηλία, σωβινισμός

patrioterismo 1. α, υτμ πατριδοκαπηλία, σωβινισμός

patriotero, ra 1. ε, α θ, υτμ πατριδοκάπηλος, -η, -o, σωβινιστής, -ια

patriótico, ca 1. ε, πατριωτικός, -ή, -ό

patriotismo 1. α, πατριωτισμός, φιλοπατρία

patronímico, ca 1. ε, πατρωνυμικός, -ή, -ó

patronímico 1. α, πατρώνυμο

expatriar 1. ρμ, εκπατρίζω

2. ραντ, εκπατρίζομαι

expatriación 1. θ, εκπατρισμός

expatriado, da 1. ε, α θ, εκπατρισμένος, -η, -o

repatriar 1. ρμ, επαναπατρίζω

2. ραντ, επαναπατρίζομαι

repatriación 1. θ, επαναπατρισμός

repatriado, da 1. ε, α θ, επαναπατρισθείς, -είσα, -έν, επαναπατρισμένος, -η, -ο

páter 1. α, οικ, θρη, πατήρ, πατέρας, ιερέας

paterfamilias, páter familias 1. α, πάτερ φαμίλιας

paternal 1. ε, πατρικός, -ή, -ó, autoridad paternal, πατρική εξουσία

paternalismo 1. α, πατερναλισμός

paternalista 1. ε, πατερναλιστικός, -ή, -ó

paternidad 1. θ, πατρότητα

2. νομ, πατρότητα

3. σνθ, paternidad responsable, νομ, υπεύθυνη πατρότητα

paterno, na 1. ε, του πατέρα, πατρικός, -ή, -ó

paternofilial, paterno-filial 1. ε, πατρο-υιικός, ή, ό, relaciones paternofilíales,

σχέσεις πατέρα-παιδιών

paternóster 1. α, Πάτερ Ημών

patrología 1. θ, πατρολογία

petenera 1. θ, λαϊκό ισπανικό τραγούδι με τέσσερις οκτασύλλαβους στίχους

2. εκφ, salir, salirse por peteneras, οικ, μτφ, το γυρίζω στο τσάμικο, απαντώ με υπεκφυγές

patrón πρχ πατέρας, πρότυπο

1. α, καπετάνιος, el patrón del buque, o καπετάνιος του πλοίου

2. πρότυπο, μοντέλο, los médicos siguen el mismo patrón contra la pandemia,

οι ιατροί ακολουθούν το ίδιο μοντέλο κόντρα στην πανδημία

3. πρότυπο σαν στάνταρ, κριτήριο αναφοράς, el patrón de calidad,

το κριτήριο ποιότητας

4. ρπτ, πατρόν

5. οκν, πρότυπο

6. εκφ, donde hay patrón, no manda marinero, αρχηγού παρόντος, πάσα αρχή παυσάτω

estar cortado por el mismo patrón, είμαι βγαλμένος από το ίδιο καλούπι

patrón, ona 1. α θ, αφεντικό, -ίνα, el patrón de la club nocturno, το αφεντικό του κλάμπ

2. ιδιοκτήτης, -ια, el patrón le pide el alquiler, o ιδιοκτήτης του ζητάει το νοίκι

3. θρη, προστάτης άγιος, προστάτρια, προστάτιδα αγία, πολιούχος

patronal 1. ε, εμπ, εργοδοτικός, -ή, -ó, organización patronal, οργάνωση εργοδοτών

2. θρη, σχετικός, -ή, -ό με τον προστάτη, -ιδα άγιο, -α, imágenes patronales,

εικόνες πολιούχων αγίων

3. θ, πατέρας εργατών= εργοδοσία, negociaciones entre la patronal y el gobierno,

οι διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην εργοδοσία και την κυβέρνηση

4. ένωση εργοδοτών

patronato 1. α, ίδρυμα

2. αγαθοεργό ίδρυμα

3. διεύθυνση, διοίκηση ιδρύματος, los miembros del patronato de la fundación,

τα μέλη της διοίκησης του ιδρύματος

4. εργοδοσία, los obreros negocian con el patronato,

οι εργάτες διαπραγματεύονται με την εργοδοσία

5. σνθ, Patronato de Apuestas Mutuas Deportivo-Benéficas,

Διεύθυνση Αμοιβαίων Αθλητικών-Φιλανθρωπικών Στοιχημάτων

Patronato de Casas Militares, Διεύθυνση Στρατιωτικών Κατοικιών

patronazgo 1. α, πατρονάρισμα, αιγίδα, el mundial se realiza bajo el patronazgo de Nike,

το μουντιάλ πραγματοποιείται υπο το πατρονάρισμα της Nike

2. θρη, πατρωνία, προστασία αγίων

patrono, na 1. α θ, αφεντικό, -ινα, el patrono de la fábrica, το αφεντικό της φάμπρικας

2. θρη, προστάτης άγιος, προστάτιδα αγία

patronear 1. ρμ, ναυ, κυβερνώ σκάφος

patrocinio πρχ πατρονάρισμα

1. α, χορηγία, αιγίδα σε σχέδιο, γεγονός

2. προστασία, βοήθεια σαν πατέρας σε κάτι, κάποιον

3. χρηματοδότηση για κάτι

4. θρη, εορτή πολιούχου αγίου

patrocinar 1. ρμ, πατρονάρω, γίνομαι χορηγός, θέτω υπό την αιγίδα μου,

una concurso patrocinado por Nike, ένας διαγωνισμός με χορηγία της Nike

2. χρηματοδοτώ, πατρονάρω, esa empresa patrocina al equipo olímpico de waterpolo,

αυτή η εταιρεία χρηματοδοτεί την ολυμπιακή ομάδα του πόλο

3. προστατεύω, βοηθώ, el Estado intenta patrocinar a todos los ciudadanos,

το κράτος προσπαθεί να προστατεύσει όλους τους πολίτες

patrocinador, ra 1. ε, α θ, χορηγητικός, -ή, -ό, σχετικός, -ή, -ό με χορηγό, χορηγός

2. προστάτης, -ια σε κάποιον, κάτι

copatrocinador, ra 1. α θ, συνχορηγός, από κοινού χορηγός, συγχρηματοδότης

copatrocinio 1. α, συνχορηγία, χορηγία από κοινού, συγχρηματοδότηση

patrimonio πρχ πατρο-νομία

1. α, πατρική κληρονομιά, el patrimonio de la familia, η κληρονομιά της οικογένειας

2. περιουσία

3. αποκλειστικό προνόμιο, la belleza es patrimonio de la mujer,

η ομορφιά είναι προνόμιο της γυναίκας

4. σνθ, patrimonio personal, ατομική περιουσία

patrimonio forestal del Estado, δασική δημόσια περιουσία

patrimonio histórico-artistico, ιστορική και καλλιτεχνική κληρονομιά

patrimonio mundial de la humanidad, παγκόσμια κληρονομιά της ανθρωπότητας

patrimonio nacional, εθνική κληρονομιά

patrimonio real, βασιλική περιουσία

patrimonial 1. ε, περιουσιακός, -ή, -ó, bienes patrimoniales, περιουσιακά στοιχεία

patrimonializar 1. ρμ, ευνοώ τη διατήρηση της οικογενειακής κληρονομιάς

patrimonialización 1. θ, εύνοια της διατήρησης της οικογενειακής κληρονομιάς

patrimonialista 1. ε, που ευνοεί τη διατήρηση της οικογενειακής κληρονομιάς

patricio 1. α, ιστ, πατρίκιος

patriciado 1. α, ιστ, η ανώτερη ρωμαϊκή τάξη των πατρικίων

patricio, cia 1. ε, ιστ, πατρίκιος, -α, -o

2. α θ, αριστοκράτης, πολίτης πατρίκιος, -ία

padre πρχ πατέρας

1. α, φυσικός πατέρας, el padre de un niño, o πατέρας ενός παιδιού

2. μτφ, πατέρας, δημιουργός, el padre de fútbol es Inglaterra,

o πατέρας του ποδοσφαίρου είναι η Αγγλία

3. ιερέας, παπάς

4. θρη, με κεφαλαίο, προσφώνηση, Πάτερ, sí Padre, μάλιστα Πάτερ

5. σνθ, padre de familia, πάτερ φαμίλιας, αρχηγός της οικογένειας

padre de la patria, πατέρας του Έθνους

padre espiritual, πνευματικός, πνευματικός πατέρας

Padre Eterno, αιώνιος Πατέρας

padre político, πεθερός

6. εκφ, a padre ganador, hijo gastador, πρμ, σε πατέρα νικητή, γιός ξοδευτής=

δεν έμοιασε του πατέρα του ούτε στο νυχάκι

no lo entiende ni su padre οικ ούτε o ίδιος δεν καταλαβαίνει τι λέει

¡que lo haga su padre!, οικ, να πεις του πατέρα σου να το κάνει!

tener el padre alcalde έχει τον πατέρα δήμαρχο= μπάρμπα στην Κορώνη

¡tu padre!, οικ, της μάνας σου!

padre 1. ε, σαν τα πάτερα, για έμφαση, τρομερός, -ή, -ó

un lío padre, ένα τρομερό μπλέξιμο

Padre 1. α, Πανάγιος Πατέρας, Beatísimo Padre

padres πρχ πατέρες

1. α πλ, γονείς

2. προπάτορες, πατέρες, πρόγονοι, γεννήτορες

3. σνθ, Santos Padres, Padres de la Iglesia, Άγιοι Πατέρες, Πατέρες της Εκκλησίας

4. εκφ, de padres a hijos, από πατέρα σε γιο

entre padres y hermanos no metas las manos, μεταξύ γονέων και παιδιών μην βάζεις χέρια= μην ανακατεύεσαι στα οικογενειακά των άλλων

padrenuestro, Padre Nuestro 1. α, Πάτερ ημών

2. εκφ, decir un padrenuestro, λέω ένα Πάτερ ημών

en un padrenuestro, οικ, σ’ ενα Πάτερ Ημών= στο άψε-σβήσε, ώσπου να πεις κύμινο

saber algo como el Padre Nuestro, οικ, ξέρω, γνωρίζω κάτι απ’ έξω και ανακατωτά

padrastro 1. α, πατριός

2. κακός πατέρας

3. μτφ, παρωνυχίδα

padrazo 1. α, πρχ πατερ-άκος= μπαμπάκας, πατερούλης

padrino 1. α, πατέρας σε βάπτιση= νονός, ανάδοχος

2. κουμπάρος

3. μτφ, πατεράς σαν προστάτης ατόμων, νονός

4. σνθ, padrino de bodas, μάρτυρας σε γάμο, κουμπάρος

5. εκφ, el no que tiene padrino no se bautiza, οικ, άμα δεν έχεις μέσο, δεν κάνεις τίποτα tener buenos padrinos, έχει καλό βύσμα

padrinos 1. α πλ, νονοί

padrinazgo 1. α, κυρ, μτφ, πατρωνία , κουμπαριά

padrón 1. α, απογραφή κατοίκων σε πόλη, σαν χαρτί με πατρώνυμα

2. οικ, μπαμπάκας

3. μτφ, κακή φήμη ατόμου, σαν πατέρας ανάξιας ενέργειας, ατίμωση

4. ατκ, τεχ, αναθηματική στήλη με ονόματα προπατόρων απο κάποιο γεγονός

5. εκφ, hacer el padrón, κάνω απογραφή

empadronar 1. ρμ, απογράφω

2. εγγράφω σε εκλογικό κατάλογο

3. εγγράφω στους φορολογικούς καταλόγους

4. ραντ, εγγράφομαι σε εκλογικό κατάλογο

empadronamiento 1. α, απογραφή

2. εγγραφή στους εκλογικούς καταλόγους

3. εγγραφή στους φορολογικούς καταλόγους

empadronador, ra 1. α θ, απογραφέας

2. αρμόδιος για την κατάρτιση των εκλογικών καταλόγων

3. αρμόδιος για τις εγγραφές στους φορολογικούς καταλόγους

parricida 1. α θ, πρχ πατροκτόνος, μητροκτόνος

parricidio 1. α, πατροκτονία, μητροκτονία

apadrinar πρχ πατρονάρω κάποιον, κάτι

1. ρμ, γίνομαι νονός, βαφτίζω, apadrinar a un niño, βαφτίζω ένα παιδί

2. μτφ, είμαι υπερ σαν πατέρας, ενστερνίζομαι, πατρονάρω,

apadrina todas las teorías progresistas, ενστερνίζεται όλες τις προοδευτικές θεωρίες

3. μτφ, για καλλιτέχνη, πατρονάρω, γίνομαι χορηγός

4. για παιδί, παίρνω υπό την προστασία μου, υιοθετώ

apadrinamiento πρχ πατρονάρισμα

1. α, χορηγία σε κάποιον

2. υποστήριξη

3. κηδεμονία σε παιδί

4. προστασία σε κάποιον, κάτι

apadrinador, ra 1. ε, α θ, προστατευτικός, -ή, -ó, προστάτης, -ια

compadre πρχ συ-πατρος= κου-μπάρος

1. α, οικ, φίλος, κολλητός, le encanta salir de juerga con sus compadres,

του αρέσει πολύ να βγαίνει για γλέντι με τους κολλητούς του

compadrar 1. ρα, υτμ, κουμπαριάζω με κάποιον με αρνητική έννοια= τακιμιάζω

2. γίνομαι φίλος με κάποιον, ha compadrado con nosotros enseguida,

έχει κουμπαριάσει μαζί μας αμέσως

3. κουμπαριάζω με κάποιον

compadraje 1. α, υτμ, τακίμιασμα

compadrazgo 1. α, υτμ, κουμπαριά σε κάτι κακό= συνεργία, σκευωρία

2. κουμπαριά

compadrear 1. ρα, υτμ, κουμπαριάζω αρνητικά= τακιμιάζω

2. μπλέκομαι κάπου με συμφέρον

compadreo 1. α, υτμ, τακίμιασμα

compadrería 1. θ, καλή σχέση φίλων, συντροφικότητα

encompadrar 1. ρα, οικ, κουμπαριάζω με κάποιον

2. μτφ, γίνομαι φιλαράκι με κάποιον

impetrar επι-πατρίζω= ζητάω κάτι στον πατέρα> εξουσία, ισχυρό

1. ρμ, λογ, κερδίζω, impetró la gracia de los dioses, κέρδισε τη χάρη των θεών

2. ικετεύω κάτι

impetración 1. θ, επίτευξη χάριτος

2. ικεσία

perpetrar πρχ περι-πράττω κάτι, σαν να είμαι ο πατέρας της πράξης

1. ρμ, διαπράττω αδίκημα, έγκλημα

perpetración 1. θ, διάπραξη

perpetrador, ra 1. α θ, δράστης, αυτουργός

la policía detuvo al perpetrador del asalto,

η Αστυνομία συνέλαβε τον δράστη της ληστείας

Scroll to Top