PADECER

PADECER= ΠΡΧ ΠΑΘΟΣ, ΠΑΘΑΙΝΩ, ΠΑΣΧΙΖΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

alópata 1. ε, ιατ, αλλοπαθητικός, -ή, -ó

alopatía 1. θ, ιατ αλλοπάθεια

apatía 1. θ, απάθεια, φλέγμα

apático, ca 1. ε, α θ, απαθής, -ής, -ές, φλεγματικός, -ή, -ό

empatía 1. θ, εμ-παθεία στον πόνο του άλλου= ενσυναίσθηση, κατανόηση πόνου,

El compositor sintió empatía por el músico callejero y le dio una gran cantidad de dinero,

Ο συνθέτης ένιωσε τον πόνο, ενσυναίσθηση για τον μουσικό του δρόμου και του έδωσε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό

empatizar 1. ρα, εμ-παθίζομαι= δείχνω συναίσθηση, συμμερίζομαι, νιώθω τον πόνο άλλου, συμπονώ, Yo viví una experiencia similar y por eso puedo empatizar totalmente contigo,

Είχα μια παρόμοια εμπειρία και γι’ αυτό μπορώ να συμπονέσω απόλυτα μαζί σου

parasimpático, ca 1. ε, ανα, παρασυμπαθητικός, -ή, -ó

parasimpático 1. α, παρασυμπαθητικό

simpatía 1. θ, συμπάθεια, No tengo especial simpatía a las mascotas, no tengo en casa,

Δεν τρέφω ιδιαίτερη συμπάθεια στα κατοικίδια, δεν έχω στο σπίτι

2. καλοσύνη, φιλικότητα, προσήνεια χαρακτήρα, Alex me cayó bien, tiene mucha simpatía,

ο Άλεξ μου έκατσε καλά, έχει πολύ καλοσύνη

3. ιατ, φυσιολογική συμπάθεια οργάνων

4. φσκ, συνεργία

5. εκφ, cogerle simpatía a alguien, συμπαθώ κάποιον, παίρνω με καλό μάτι,

Aunque nos conocemos desde hace poco, le he cogido mucha simpatía a Lucy,

Αν και γνωριζόμαστε λίγο καιρό, έχω συμπαθήσει πολύ τη Λούσι

ganarse, granjearse la simpatía de alguien, κερδίζω τη συμπάθεια κάποιου

inspirar, despertar simpatía, εμπνέω, ξυπνώ την συμπάθεια

sentir simpatía por algo, alguien, αισθάνομαι συμπάθεια για κάτι, κάποιον

tenerle simpatía a algo, alguien συμπαθώ κάτι, κάποιον

simpático, ca 1. ε, συμπαθής, -ής, -ές, συμπαθητικός, -ή, -ó,

es tan simpático que no tiene enemigo alguno,

είναι τόσο συμπαθητικός που δεν έχει κάποιον εχθρό,

ή ειρ, ¡qué simpáticos son tus vecinos!, τι συμπαθητικοί που είναι οι γείτονες σου!

2. ανα, συμπαθητικός, -ή, -ό

3. εκφ, caerle simpático (a alguien), πέφτω, είμαι συμπαθής (σε κάποιον)

estar simpático (con alguien), είμαι συμπαθής με, απέναντι, σε κάποιον

hacerse el simpático con alguien, κάνω τον συμπαθητικό σε κάποιον

simpático 1. α, ανα, συμπαθητικό

simpatizar 1. ρα, συμπαθιέμαι με κάποιον, τα πάω καλά, τα βρίσκω,

¿Sabes por qué Laura y su hermana no simpatizan?

Ξέρεις γιατί η Λόρα και η αδερφή της δεν τα πάνε καλά;

2. simpatizar con, για άτομο, συμπαθιέμαι με κάποιον, τα βρίσκω, νοιώθω καλά με κάποιον

No simpaticé con Juan en un principio pero luego resolvimos nuestras diferencias,

Δεν τα βρήκα με τον Χουάν στην αρχή, αλλά αργότερα λύσαμε τις διαφορές μας

3. μτφ, συμπαθώ ιδέα= συμφωνώ με, πρόσκειμαι, ταυτίζομαι σε ιδεολογία, θεωρία,

Es lógico votar a un partido si simpatizas con sus ideas,

Είναι λογικό να ψηφίζεις ένα κόμμα αν ταυτίζεσαι με τις ιδέες του

simpatizante 1. ε, α θ, που συμπαθεί κάποιον, κάτι, συμπαθών, -ούσα, -ούν, ακόλουθος,

soy su más fervoroso simpatizante, είμαι ο πιο θερμός ακόλουθος του

2. που συμπαθεί κάποιον, κάτι, πολ, προσκείμενος, -η, -ο, οπαδός, υποστηρικτής, -ια,

No somos un partido político simpatizante del marxismo,

Δεν είμαστε ένα πολιτικό κόμμα προσκείμενο, που συμπαθεί τον μαρξισμό

Más de 50,000 simpatizantes del gobierno se reunieron en la plaza principal,

Περισσότεροι από 50.000 υποστηρικτές της κυβέρνησης συγκεντρώθηκαν στην κεντρική πλατεία

pasiflora 1. θ, βοτ, πασσιφλόρα, η σαρκόχρους

pasiflorácea 1. θ, βοτ, πασιφλορίδα

pasionaria 1. θ, βοτ, πασσιφλόρα η σαρκόχρους

patogenia 1. θ, ιατ, παθογένεια

patogénico, ca 1. ε, ιατ, παθογόνος, -α, -ο, παθογενετικός, -ή, -ό

patógeno, na 1. ε, ιατ, παθογόνος, -α, -o, virus patógeno, παθογόνος ιός

patógeno 1. α, ιατ, παθογόνο

patognomónico, ca 1. ε, ιατ, παθογνωμονικός, -ή, -ó

patología 1. θ, ιατ, παθολογία

patológico, ca 1. ε, μτφ, παθολογικός, -ή, -ó

2. ιατ, παθολογικός, -ή, -ó

patólogo, ga 1. α θ, ιατ, παθολόγος

patético 1. α, ανα, τροχιλιακό

patetismo 1. α, γελοιότητα

patético, ca 1. ε, πρχ συμ-παθητικό = συγκινησιακός, -ή, -ó,

escena patética, συγκινησιακή σκηνή

2. για άτομο, πράξη, αξιο-παθους ή μτφ παθητικό= γελοίος, -α, -o, αξιολύπητος, -η, -o,

comportamiento patético, γελοία συμπεριφορά

es un personaje patético, είναι ένα άτομο αξιολύπητο

3. ανα, nervio patético, τροχιλιακό νεύρο

patéticamente 1. επρ, με τρόπο παθητικό= με πόνο, θλιβερά,

vivía patéticamente, ζούσε θλιβερά

2. με τρόπο άξιο-παθή= γελοία, χονδροειδώς

pasión 1. θ, πάθος, Se apagó la pasión en su relación y decidieron separarse,

Έσβησε το πάθος στη σχέση τους και αποφάσισαν να χωρίσουν

En las decisiones importantes siempre me dejo llevar por la pasión,

Σε σημαντικές αποφάσεις πάντα αφήνω τον εαυτό μου να καθοδηγείται από το πάθος

2. θρη, Πάθος

3. εκφ, sentir, tener pasión por algo, έχω πάθος για κάτι

sentir, tener pasión por alguien, έχω πάθος για κάποιον

pasional 1. ε, παθιασμένος, -η, -o, disputa pasional, ένθερμη συζήτηση

crimen pasional, έγκλημα πάθους

pasioncilla 1. θ, πρχ παθ-ούλι= πρόσκαιρος έρωτας, καπρίτσιο

pasionario 1. α, θρη, το βιβλίο των Παθών

pasionista 1. ε, α θ, θρη, σχετικός, -ή, -ό με την εκκλησία της Μεγάλης Εβδομάδας

apasionar 1. ρμ, ραντ, κάτι με παθιάζει, παθιάζομαι με κάτι, μου αρέσει πολύ,

Si tanto te apasiona cantar, ¿por qué no tomas lecciones de canto?

Αν τόσο παθιάζεσαι, είσαι παθιασμένος με το τραγούδι, γιατί δεν κάνεις μαθήματα τραγουδιού;

se apasiona fácilmente, παθιάζεται εύκολα

A mi papá le apasiona la cocina japonesa,

Στον πατέρα μου του αρέσει πολύ η ιαπωνική κουζίνα

2. παθιάζομαι υπερβολικά με κάτι, ενθουσιάζομαι,

apasionarse con, por la fotografía, παθιάζεται με την φωτογραφία

apasionado, da 1. ε, παθιασμένος, -η, -o, amante apasionado, παθιασμένος εραστής

soy una apasionda de la música clásica, είμαι μια παθιασμένη της κλασικής μουσικής

2. α θ, φανατικός, -κή, es un apasionado del fútbol, είναι φανατικός ποδοσφαιρόφιλος

apasionamiento 1. α, πάθος με κάτι, ενθουσιασμός,

El tenor canta con apasionamiento, Ο τενόρος τραγουδάει με πάθος,

Habla con apasionamiento sobre su futuro viaje a Asia,

Μιλάει με ενθουσιασμό για το μελλοντικό του ταξίδι στην Ασία

apasionante 1. ε, παθιασμένος, -η, -ο, συναρπαστικός, -ή, -ό,

una apasionante historia de amor, μια συναρπαστική ερωτική ιστορία,

un debate apasionante, μια παθιασμένη διαμάχη

desapasionar 1. ρμ, ραντ, χάνω το πάθος μου, la rutina le ha desapasionado de la escritura,

η ρουτίνα τον έχει κάνει να χάσει το πάθος του για την γραφή

2. ηρεμώ τα πνεύματα, χαλιναγωγώ τα πάθη

desapasionado, da 1. ε, απαθής, -ή, -ές, που παίρνει χωρίς πάθος αποφάσεις, αντικειμενικός, -ή, -ó, αμερόληπτος, -η, -o,

El fallo de un juez debe ser desapasionado y basarse solo en las pruebas presentadas,

Η απόφαση ενός δικαστή πρέπει να είναι απαθής και να βασίζεται μόνο στα παρουσιαζόμενα αποδεικτικά στοιχεία

desapasionadamente 1. επρ, απαθώς, αμερόληπτα, αντικειμενικά

compasión 1. θ, πρχ συμ-πάθος σε κάτι= συμπόνια, έλεος, οίκτος,

El rey mostró compasión por el hombre que robó comida y le perdonó la vida,

Ο βασιλιάς έδειξε έλεος για τον άνδρα που έκλεψε φαγητό και του χάρισε τη ζωή,

trata a todo el mundo sin compasión, φέρεται στους πάντες χωρίς συμπόνια

2. εκφ, llamar, mover a compasión, προκαλώ τον οίκτο

merecer compasión, είμαι αξιολύπητος

tener, sentir compasión de, por alguien, νιώθω λύπηση, οίκτο για κάποιον,

¡ten compasión de mi! λυπήσου με!

compasivamente 1. επρ, συμπονετικά, φιλεύσπλαχνα, με έλεος, οίκτο

compasivo, va 1. ε, συμπονετικός, -ή, -ό, φιλεύσπλαχνος, -η, -ο, ελεήμων, -ων, -ον

οικτίρμων, -ουσα, -ον

incompasivo, va 1. ε, ανοικτίρμων -ων –ον, άσπλαχνος, -η, -ο, μη συμπονετικός, -η, -ο, ανάλγητος, -η, -ο, ανηλεής, -ής, -ές

pasiva 1. θ, γρμ, παθητική φωνή, voz pasiva, παθητική φωνή

2. σνθ, pasiva refleja, αυτοπάθεια

pasivo, va 1. ε, παθητικός, -ή, -ó, αδρανής, -ής, -ές,

Los fumadores pasivos también pueden contraer cáncer de pulmón,

Οι παθητικοί καπνιστές μπορούν επίσης να νοσήσουν από καρκίνο του πνεύμονα

2. εμπ, παθητικός, -ή, -ό

pasivo 1. α, εμπ, παθητικό

2. σνθ, pasivo corriente εμπ, τρέχον παθητικό

pasividad 1. θ, παθητικότητα, αδράνεια

Los manifestantes denunciaron la pasividad de las autoridades ante la violencia policial,

Οι διαδηλωτές κατήγγειλαν την αδράνεια των αρχών απέναντι στην αστυνομική βία

impasible 1. ε, απαθής, -ής, -ές, ατάραχος, -η, -ο, se mantuvo impasible ante sus reproches,

διατηρήθηκε απαθής απέναντι στις προσβολές

El secuestrador escuchó impasible las súplicas de su cautivo,

Ο απαγωγέας άκουσε απαθής τις εκκλήσεις του αιχμάλωτου του

impasibilidad 1. θ, απάθεια, αταραξία

impasiblemente 1. επρ, απαθώς, ατάραχα

padecer πρχ παδ-ιζω> παθ-ιζω> έχω πάθος, πάσχω απο κάτι

1. ρα, πάσχω, υποφέρω αρρώστια, πόνους, padecer dolores de estómago,

υποφέρω από στομαχόπονο

πάσχω, padecer artrosis, πάσχω απο άρθρωση

2. υποφέρω, Es una lástima que todavía haya gente que padezca hambre en este mundo,

Είναι κρίμα να υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που υποφέρουν από πείνα σε αυτόν τον κόσμο,

3. υπομένω, Hace años que padece su mal comportamiento,

Εδώ και χρόνια υπομένει την κακή του συμπεριφορά

Tiene que padecer las críticas de su padre a diario,

Πρέπει να υπομένει την κριτική του πατέρα του σε καθημερινή βάση

4. υφίσταμαι, υποφέρω, padecer prisión, υφίσταμαι φυλάκιση

padecer privaciones, υποφέρω στερήσεις

5. padecer grandes desgracias, γνωρίζω μεγάλες συμφορές

6. υποφέρω για πράγματα, los amortiguadores padecen con los baches,

τα αμορτισέρ υποφέρουν με τις λακκούβες

padecimiento 1. α, πάθηση, πόνος φυσικός, αισθηματικός, ψυχολογικός,

Es común el padecimiento de enfermedades de colon en personas de su edad

Είναι σύνηθες ο πόνος από ασθένειες του παχέος εντέρου σε άτομα της ηλικίας σας

En las enfermedades demenciales la comprensión de el padecimiento es fundamental para su adecuado abordaje,

Στις διανοητικές αρρώστιες η κατανόηση της πάθησης είναι απαραίτητη για τη σωστή αντιμετώπισή της

compadecer 1. ρμ, ραντ, πρχ συμ-παθίζω= συμπάσχω, νιώθω οίκτο, οικτίρω, λυπάμαι,

συμπονώ, compadezco a esa mujer, συμπάσχω αυτήν την γυναίκα

Alfredo compadeció a la mujer sin hogar y le dio algo de dinero,

Ο Αλφρέντο λυπήθηκε την άστεγη και της έδωσε κάποια χρήματα,

Es imposible no compadecerse de este pobre chico que lo ha perdido todo,

Είναι αδύνατο να μην λυπηθείς αυτό το φτωχό αγόρι που έχει χάσει τα πάντα

paciencia πρχ πάθησις= υπομονή σε πάθος

1. θ, υπομονή, καρτερικότητα, Hay que tener mucha paciencia para ser maestro,

Πρέπει να έχεις πολλή υπομονή για να γίνεις δάσκαλος

2. μτφ, στρογγυλό τσουρεκάκι με αλεύρι, αυγά, ζάχαρη και αμύγδαλα.

3. εκφ, acabarle, consumirle a alguien la paciencia, εξαντλώ την υπομονή κάποιου

acabársele, agotársele a alguien la paciencia, χάνω, εξαντλείται η υπομονή μου

armarse de paciencia, οπλίζομαι με υπομονή

con paciencia se gana el cielo, με την υπομονή αποκτάς τα πάντα

esperar con paciencia, περιμένω υπομονετικά

llevar, tomar algo con paciencia, δέχομαι κάτι υπομονετικά

perder la paciencia, χάνω την υπομονή μου

probar la paciencia, δοκιμάζω την υπομονή κάποιου

tener más paciencia que un santo, έχω Ιώβεια υπομονή

tener paciencia, έχω υπομονή, είμαι υπομονετικός ή υπομένω

paciencia 1. επφ, υπομονή, ¡Ya me quiero ir! – Paciencia. Tu papá viene en camino

Θέλω να φύγω τώρα! – Υπομονή. Ο μπαμπάς σου είναι καθ’ οδόν

paciente 1. ε, α θ, υπομονετικός, -ή, -ó, καρτερικός, -ή, -ó, υπομονετικό άτομο

2. παθών, -ούσα, ασθενής, -ής, -ές, ασθενής

3. σνθ, paciente externo, interno εσωτερικός, εξωτερικός ασθενής

pacientemente 1. επρ, υπομονετικά

pacienzudo, da 1. ε, πολύ υπομονετικός, -ή, -ó

impaciencia 1. θ, ανυπομονησία, έλλειψη υπομονής,

El público chiflaba demostrando su impaciencia y frustración ante el retraso del concierto,

Το κοινό σφύραγε δείχνοντας την ανυπομονησία και την απογοήτευσή του για την καθυστέρηση της συναυλίας

espero la llamada con impaciencia, περιμένω την κλήση με ανυπομονησία,

consumirse de impaciencia, με τρώει η ανυπομονησία

2. εκφ, devorarle a alguien la impaciencia, κατατρώει κάποιον η ανυπομονησία

impacientar 1. ρμ, πρχ αφαιρώ την παθητική στάση> υπομονή σε κάποιον=

κάνω κάποιον να χάσει την υπομονή του, εκνευρίζω,

El anuncio de que el vuelo se había vuelto a retrasar impacientó a los viajeros,

Η ανακοίνωση ότι η πτήση είχε καθυστερήσει ξανά έκανε τους ταξιδιώτες να χάσουν την υπομονή τους

La lentísima burocracia de este país impacienta a los ciudadanos,

Η εξαιρετικά αργή γραφειοκρατία αυτής της χώρας εκνευρίζει τους πολίτες

2. ραντ, χάνω την υπομονή μου, εκνευρίζομαι

3. impacientarse con, χάνω την υπομονή μου με κάποιον, κάτι,

me impaciento con sus locuras, χάνω την υπομονή μου με τις τρέλες του

impaciente 1. ε, ανυπόμονος, -η, -o, no seas impaciente, μην είσαι ανυπόμονος

2. ανήσυχος, -η, -o για να μάθει κάτι, estoy impaciente por saber los resultados,

είμαι ανήσυχος επειδή θέλω να μάθω τα αποτελέσματα

impacientemente 1. επρ, ανυπόμονα

nepente 1. α, βοτ, πρχ νε-πεντε= νηπενθής

2. μυθ, νηπενθές

Scroll to Top