OS= ΠΡΧ ΕΣ-ΑΣ, ΕΣΕΙΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
os πρχ εσ-άς, σας, προσωπική αντωνυμία
1. σας, os veo mañana, σας βλέπω αύριο
2. για παθητική φωνή, os vestís y nos vamos, σας ντύνετε= ντύνεστε και φεύγουμε
3. με ρήμα δίνει έμφαση, σαν το κατα-, ¡os lo comistéis todo! τα κατα-φάγατε όλα!
4. με προστακτική, deteneos, σταμάτα-εσάς= σταματήστε
usía 1. η Εξοχότητά Σας
usted 1. προσωπική αντωνυμία, σε πληθυντικό ευγενείας= εσείς, usted y su hijo,
εσείς και o γιός σας
2. προσφωνητικό, ¡oiga, usted, se le ha caído esto!
συγγνώμη κύριε, κυρία! σας έπεσε αυτό!
3. εκφ, tratar, hablar a alguien de usted, φέρομαι, μιλάω σε κάποιον στον πληθυντικό tratarse de usted, μιλάμε στον πληθυντικό
yo que usted, εγώ στη θέση σας
ustedes 1. πλ, εσείς, ustedes y sus hijos, εσείς και τα παιδιά σας
vos προσωπική αντωνυμία σε Λατινική Αμερική
1. εσύ, vas a decirlo vos mismo, θα το πεις εσύ μόνος σου
2. εσύ, εσένα, εσού, entre vos y yo, μεταξύ εσού και εμού
3. κλητικό προς κάποιον, εσύ, συ, ¡che, vos! ε, εσύ!
4. απρόσωπο, κανείς, vos cuando trabajas quieres ganarte dinero,
όταν δουλεύει κανείς θέλει να πληρωθεί
vosear 1. ρμ, πρχ β-οσεαρ> εσένα> χρησιμοποιώ το vos αντί tú,
En Argentina, no usamos "tú" sino que voseamos,
Στην Αργεντινή, δεν χρησιμοποιούμε το «tú» αλλά το «vos»
Aprendí español en España y no me puedo habituar a vosear a las personas,
Έμαθα Ισπανικά στην Ισπανία και δεν μπορώ να συνηθίσω να χρησιμοποιώ το "vos" όταν μιλάω στους ανθρώπους
voseo 1. α, το να απευθύνεται κανείς στον ενικό με το vos, εσύ στην Λατινική Αμερική
vosotros, tras 1. προσωπική αντωνυμία, β-οσο-τρος> εσείς, vosotros habláis muy bien,
εσείς μιλάτε πολύ ωραία
sois vosotros? εσείς είστε;
2. εσάς, σας, yo iré con vosotros, εγώ θα έρθω μαζί σας
¿todo esto es de vosotros? όλα αυτά είναι δικά σας;
3. κλητικό σε κάποιον, εσείς, σεις, ¡eh, vosotros, apartaos de ahí! ε, σεις, φύγετε από εκεί!
vuecencia, vuecelencia, προσωπική αντωνυμία, συγκερασμός των λέξεων
vuestra excelencia, Εξοχότατε, -τη
vuesamerced, vuesa merced, εσείς, η χάρη σας
vuestro, tra 1. ε, κτητικό, δικό σας, σας, un amigo vuestro, ένας φίλος σας
esto es vuestro, αυτό είναι δικό σας
2. δικός, -ή, -ό σας, la vuestra es la azul, η δική σας είναι η μπλε
este coche es el vuestro, αυτό είναι το δικό σας αμάξι
3. εκφ, lo vuestro, τα υπάρχοντά σας
μτφ, το δικό σας χόμπι, το αγαπημένο σας, lo vuestro es la lectura,
το αγαπημένος σας είναι η ανάγνωση
ή το δικό σας θέμα που σας απασχολεί, το ζήτημά σας,
vosotros a lo vuestro, εσείς με το δικό σας ζήτημα
bóbilis, de (bóbilis) πρχ σαν μπόμπος που δεν κάνει τίποτα
1. εκφ, πετυχαίνω κάτι χωρίς κόπο, no vas a aprobar el examen de bóbilis,
δεν θα περάσεις τις εξετάσεις χωρίς να κοπιάσεις