ORTO

ORTO= ΛΕΞΙΚΟ ΠΡΟΘΕΜΑ ΟΡΘΟ- ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΘΕΤΑ ΤΟΥ

ortosa 1. θ, ορυ, καλιούχος άστριος, ορθόκλαστο

ortoclasa 1. θ, ορυ, καλιούχος άστριος, ορθόκλαστο

ortocentro 1. α, γμτ, ορθόκεντρο

ortocromático, ca 1. ε, φωτ, ορθοχρωματικός, -ή, -ó

ortodoncia 1. θ, ορθοδοντική

2. εκφ, hacerse la ortodoncia, μου τοποθετούν ορθοδοντικό μηχάνημα

ortodóntico, ca, ortodóncico, ca 1. ε, ορθοδοντικός, -η, -o

ortodoxia 1. θ, ορθοδοξία

ortodoxo, xa 1. ε, α θ, ορθόδοξος, -η, -o, ορθόδοξος, ορθόδοξη

ortodromia 1. θ, ναυ, ορθοδρομία

ortoédrico, ca 1. ε, γμτ, ορθογώνιος, -α, -o παραλληλεπίπεδος, -η, -o

ortoedro 1. α, γμτ, ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο

ortoepía 1. θ, ορθοέπεια

ortoestático, ca 1. ε, ιατ, ορθοστατικός, -ή, -ó

ortofonista 1. α θ, ιατ, καθηγητής, -ια ορθοφωνίας, λογοθεραπευτής, -ια

ortogénesis 1. θ, βιο, ορθογένεση

ortognatismo 1. α, ορθογναθική

ortogonal 1. ε, γμτ, ορθογώνιος, -α, -o

ortografía 1. θ, ορθογραφία

2. ατκ, σχεδίαση περιγράμματος της πρόσθιας όψης ενός κτιρίου ή ενός αντικειμένου

ortografiar 1. ρμ, ορθογραφώ

ortográfico, ca 1. ε, ορθογραφικός, -ή, -ó

ortografista 1. α θ, ορθογράφος

ortógrafo, fa 1. α θ, ορθογράφος

ortográficamente 1. επρ, ορθογραφικά

ortología 1. θ, ορθοέπεια

ortológico, ca 1. ε, ορθοεπής, -ής, -ές

ortólogo, ga 1. α θ, ειδικός που ασχολείται με την ορθοέπεια

ortopeda 1. α θ, ιατ, ορθοπαιδικός, ορθοπεδικός

ortopedista 1. α θ, ιατ, ορθοπαιδικός, ορθοπεδικός

ortopedia 1. θ, ιατ, ορθοπαιδική, ορθοπεδική

ortopédico, ca 1. ε, ορθοπαιδικός, -ή, -ό, ορθοπεδικός, -ή, -ó,

una pierna ortopédica, ένα ορθοπαιδικό πόδι

un calzado ortopédico, ένα όρθοπαιδικό παπούτσι

2. οικ, ευφ, άσχημος, -η, -ο, κακοφτιαγμένος, -η, -o,

llevaba un bolso muy ortopédico, κρατούσε μια πολύ κακοφτιαγμένη τσάντα

3. α θ, ιατ, ορθοπαιδικός, ορθοπεδικός

ortóptero 1. α, εντ, ορθόπτερο

2. εκφ, los ortópteros, τα ορθόπτερα

ortorrómbico, ca 1. ε, γμτ, ορθορομβικός, -ή, -ó

ortoscopia 1. θ, φσκ, ορθοσκοπία

ortoscópico, ca 1. ε, ορθοσκοπικός, -ή, -ό

ortotropo, pa 1. ε, ορθότροπος, -η, -ο

Scroll to Top