ORBE= ΠΡΧ ΟΡΜΠΕ> Κ-ΟΥΡΜΠΑ> ΕΝΝΟΙΑ ΤΡΟΧΙΑΣ ΚΑΜΠΥΛΗΣ,
ΜΤΘ ΟΡ-ΒΕ> ΟΡ-ΦΕ> Σ-ΦΑΙ-ΡΑ, ΚΥΚΛΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
orbe μτθ ορ-βε> ορ-φε> σφαι-ρα
1. α, λογ, υδρόγειος σφαίρα, ουράνιο σώμα, Jesucristo sostiene un orbe en la mano,
ο Ιησούς Χριστός κρατά μια υδρόγειο σφαίρα στο χέρι του
2. λογ, σύμπαν, κόσμος, El orbe en el que vivimos es maravilloso,
Ο κόσμος στον οποίο ζούμε είναι θαυμαστός
3. λογ, κύκλος, la línea forma un orbe, η γραμμή σχηματίζει ένα κύκλο
4. ζωλ, ψάρι φούσκα
5. αστρ, κρυστάλλινη σφαίρα
orbícola 1. ε, λογ, ορ-βι-κολα> κ-ουρβο- ή σφαιρο-κυκλος= κοσμογυρισμένος, -η, -ο
orbicular 1. ε, α, κυκλοτερής, -ής, -ές, κάτι κυκλοτερές
órbita πρχ ορβιτα ή ορμπιτα> κ-ουρβα ή κ-ουρμπατη
1. θ, τροχιά (άστρου), La órbita en la que gira la Tierra alrededor del Sol es elíptica,
Η τροχιά στην οποία περιστρέφεται η Γη γύρω από τον Ήλιο είναι ελλειπτική
2. κόγχη (ματιού), Las órbitas de los ojos tienen el mismo tamaño en todos los cráneos,
Οι κόγχες των ματιών έχουν το ίδιο μέγεθος σε όλα τα κρανία
3. μτφ, τροχιά, έλεγχο, σφαίρα επιρροής, los territorios de la órbita británica,
τα εδάφη της βρετανικής σφαίρας επιρροής,
Mi departamento está bajo la órbita del Ministerio de Justicia,
Το τμήμα μου βρίσκεται υπό τον έλεγχο, υπάγεται στην αρμοδιότητα του Υπουργείου Δικαιοσύνης
4. τομέας, πεδίο, Mi investigación pertenece a la órbita de la lingüística,
Η έρευνά μου ανήκει στον τομέα της γλωσσολογίας
5. σνθ, órbita terrestre, estacionaria, geoestacionaria, γήινη, στατική, γεωστατική τροχιά
6. εκφ, entrar en órbita, μπαίνω σε τροχιά
estar en órbita, είμαι σε τροχιά ή είμαι στα πράγματα, ενήμερος για τις εξελίξεις σε κάτι,
se nota que no estás en órbita, no conoces las últimas novedades musicales,
φαίνεται ότι δεν είσαι σε τροχιά, στα πράγματα, δεν γνωρίζεις τα τελευταία μουσικά νέα,
estar fuera de órbita, είμαι εκτός τροχιάς
poner en órbita, βάζω σε τροχιά πύραυλο
ή μτφ, κάνω γνωστό άτομο, ιδέα, προϊόν, λανσάρω
orbital 1. ε, τροχιακός, -ή, -ó, κογχικός, -ή, -ó, vuelo orbital, τροχιακή πτήση
estación orbital, τροχιακός σταθμός
2. α, φσκ, τροχιακό
orbitar 1. ρα, πρχ βρίσκομαι σε κουρμπα= περιστρέφομαι σε τροχιά
orbitario, ria 1. ε, τροχιακός, -ή, -ó
suborbitario, ria 1. ε, ανα, υποκόγχιος, -α, -o
infraorbitario, ría 1. ε, υποκόγχιος, -α, -ο
exorbitancia 1. θ, πρχ έξω από κουρμπα ή σφαίρα= υπερβολή, υπέρμετρο
exorbitante 1. ε, υπέρμετρος, -η, -ο, υπέρογκος, -η, -ο, εξωφρενικός, -ή, -ó,
precios exorbitantes, εξωφρενικές τιμές
exorbitantemente 1. ε, υπέρμετρα, υπερβολικά,
la deuda pública ha crecido exorbitantemente,
το δημόσιο χρέος αυξήθηκε υπέρμετρα
exorbitar 1. ρμ, πρχ βγάζω έξω από κουρμπα ή σφαίρα= υπερβάλλω, μεγαλοποιώ,
aunque carecía de importancia, él exorbitó el asunto,
αν και στερούταν σημασίας, αυτός μεγαλοποίησε το θέμα
desorbitar πρχ ντες-ορμπιταρ> βγάζω έξω από κουρμπα ή σφαίρα
1. ρμ, βγάζω εκτός τροχιάς, la fuerza de atracción del planeta podría desorbitar el satélite,
Η δύναμη έλξης του πλανήτη θα μπορούσε να βγει εκτός τροχιάς τον δορυφόρο
2. μτφ, υπερβάλλω, μεγαλοποιώ, διογκώνω, φουσκώνω, La prensa amarilla desorbita las cosas o incluso las inventa con tal de vender más copias, Ο κίτρινος τύπος υπερβάλλει ή ακόμα και τα επινοεί για να πουλήσει περισσότερα αντίτυπα,
no desorbitemos las cosas, ας μην μεγαλοποιούμε τα πράγματα
3. εκτοξεύω, εκτινάσσω, La crisis del COVID-19 desorbitó la demanda de mascarillas,
Η κρίση COVID-19 έχει εκτοξεύσει τη ζήτηση για μάσκες
la inflación ha desorbitado los precios, o πληθωρισμός έχει εκτινάξει τις τιμές στα ύψη
4. ραντ, εκτοξεύομαι, εκτινάσσομαι, los precios se desorbitaron, οι τιμές εκτοξεύθηκαν
la inflación se ha desorbitado o πληθωρισμός εκτινάχτηκε στα ύψη
5. αστρ, τίθεμαι εκτός τροχιάς, βγαίνω εκτός τροχιάς
desorbitado, da 1. ε, υπερβολικός, -ή, -ó, υπέρμετρος, -η, -o, εξωφρενικός, -ή, -ó,
precios desorbitados, αστρονομικές τιμές
ή μτφ, críticas, protestas desorbitadas, υπερβολικές κριτικές, διαμαρτυρίες,
No hay que tener expectativas desorbitadas con respecto al futuro,
Δεν χρειάζεται να έχουμε υπερβολικές προσδοκίες όσο αναφορά το μέλλον
2. για μάτια, σαν έξω από την κόγχη= γουρλωμένος, -η, -ο,
La extraña escena me dejó con los ojos desorbitados,
Η παράξενη σκηνή με άφησε με τα μάτια μου γουρλωμένα