OLIMPO= ΠΡΧ ΟΛΥΜΠΟΣ, ΟΛΥΜΠΙΑΔΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Olimpo 1. ονο, μυθ, Όλυμπος
2. εκφ, el monte del Olimpo, το όρος Όλυμπος
Olimpia 1. ονο, Ολυμπία
olimpiada, olimpíada 1. θ, περίοδος 4 ετών, Ολυμπιάδα
2. αθλ, Ολυμπιάδα, Ολυμπιακοί Αγώνες
olimpismo 1. α, αθλ, ολυμπισμός
paralímpico, ca, paraolímpico, ca 1. ε, παραολυμπιακός, -ή, -ó
2. α θ, αθλητής, αθλήτρια σε παραολυμπιακούς αγώνες
preolímpico, ca 1. ε, αθλ, προολυμπιακός, -ή, -ó
olímpico, ca 1. α θ, αθλ, άτομο ή ομάδα σχετικό με Ολυμπιακούς Αγώνες,
varios olímpicos no pueden competir por Covid,
αρκετοί αθλητές των Ολυμπιακών δεν θα αγωνιστούν λόγω κόβιντ
olímpico, ca 1. ε, αθλ, ολυμπιακός, -ή, -ó, estadio olímpico, ολυμπιακό στάδιο
medalla olímpica, μετάλλιο ολυμπιακό
2. μυθ, του Ολύμπου, Ολύμπιος, -α, -ο, dioses olímpicos, ολύμπιοι θεοί
3. μτφ, με μέγεθος ολύμπιο= εμφανής, -ής, -ές, προφανής, -ής, -ές,
un desdén olímpico, μια εμφανή περιφρόνηση
4. μτφ, σαν ολύμπιος Θεός= υπεροπτικός, -ή, -ό, un gesto olímpico,
μια υπεροπτική χειρονομία
olímpicamente 1. επρ, μτφ, με ολύμπιο τρόπο= επιδεικτικά,
nos ignoró olímpicamente, μας αγνόησε επιδεικτικά
2. μτφ, υπεροπτικά, me miró olímpicamente, με κοίταξε υπεροπτικά
3. εκφ, pasar olímpicamente de algo, alguien, οικ, υτμ, περνάω σαν ολύμπιος θεός από=
αγνοώ εντελώς, επιδεικτικά κάτι, κάποιον, ella pasa olímpicamente de ti,
αυτή περνάει με ολύμπιο ύφος από εσένα= σε αγνοεί εντελώς