OLIGO= ΠΡΧ ΟΛΙΓΟ, ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΝΘΕΤΑ ΤΟΥ
oligárquico, ca 1. ε, ολιγαρχικός, -ή, -ό
oligotrófico, ca 1. ε, οικ, ολιγοτροφικός, -ή, -ó
oligisto 1. ε, α, ορυ, σχετικός, -ή, -ó με ολίγιστο, σπεκουλαρίτη, ολίγιστο, σπεκουλαρίτης
2. σνθ, oligisto rojo, αιματίτης
oligodasa 1. θ, ορυ, ολιγόκλαστο
oligoceno 1. α, Ολιγόκαινο, el oligoceno, γωλ, το Ολιγόκαινο
oligoelemento 1. α, βιο, ολιγοστοιχείο
oligofrenia 1. θ, ιατ, ολιγοφρενία
oligofrénico, ca 1. ε, α θ, ιατ, ολιγοφρενής, -ής, -ές, ολιγοφρενής
oliguria 1. θ, ιατ, ολιγουρία
oligopolio 1. α, οκν, ολιγοπώλιο
oligopolista 1. α θ, οκν, ολιγοπωλητής, ολιγοπωλήτρια
oligopolístico, ca 1. ε, οκν, ολιγοπωλιακός, -ή, -ó
oligopsonio 1. α, οκν, ολιγοψώνιο