MUSGO= ΠΡΧ ΜΟΥΣΚΛΟ, ΜΟΣΧΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
musgo 1. α, βοτ, πρχ μούσκλο, βρύο
musgoso, sa 1. ε, του μούσκλου, μουσκλώδες, -ης, -η, από βρύα,
un olor musgoso, μυρωδιά από βρύα
2. με μουσκλο, βρυώδης, -ης, -ες, una roca musgosa, ένας βρυώδης βράχος
musco, ca 1. ε, γκρι σκούρο
moscatel 1. α, μοσχάτο
2. ε, μοσχάτος, -η, -o
muguete 1. α, βοτ, κρίνος, κομβαλαρία
muguet 1. α, ιατ, στοματική καντιδίαση
almizcle 1. α, πρχ αλ-μισκλε> μόσχος
almizclar 1. ρμ, αρωματίζω με μόσχο
almizclado, da 1. ε, μοσχο-βολιστός, -ή, -ό, μοσχο-μυρισμένος, -η, -ο
almizcleña 1. θ, βοτ, μούσκαρι, σταφυλο-ϋάκινθος
almizcleño, ña 1. ε, μοσχοβολιστός, -ή, -ó, μοσχομυρισμένος, -η, -o,
pera almizcleña, ποικιλία αχλαδιού
almizclera 1. θ, μοσχοπόντικας
2. βοτ, ερωδιός
almizclero, ra 1. ε, μοσχοβολιστός, -ή, -ó, μοσχομυρισμένος, -η, -o
almizclero 1. α, ζωλ, μόσχος ο μοσχοφόρος, μοσχόβους