MURO= ΠΡΧ ΜΟΥΡΑΛΙΣΜΟΣ> ΤΟΙΧΟΣ, ΤΕΙΧΟΣ, ΠΡΧ ΝΤΑ-ΜΑΡΙ> ΤΟΙΧΟΣ, ΤΕΙΧΟΣ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
muro πρχ μουρο> ντα-μαρι= τοίχος
1. α, τοίχος, τείχος, El muro de los Llantos se ubica en Jerusalén,
Ο Τείχος των Δακρύων βρίσκεται στην Ιερουσαλήμ,
saltaron el muro de la prisión y escaparon,
πήδηξαν τον τοίχο της φυλακής και απέδρασαν
2. μτφ, τοίχος, τείχος σαν εμπόδιο επικοινωνίας, un gran muro de incomprensión los separa,
ένα μεγάλο τείχος μη κατανόησης τους χωρίζει
3. αμυντικό τείχος, los muros del castillo, τα τείχη του κάστρου
4. πλφ, τοίχος, Todavía no he chequeado las fotos que publicaste en mi muro de Facebook,
Δεν έχω δει ακόμα τις φωτογραφίες που έχεις ανεβάσει στον τοίχο μου στο Facebook
5. σνθ, muro de contención, κατ, θωράκιο, τοίχος αντιστήριξης
muro del sonido, φράγμα του ήχου
muro de manipostería, κατ, τοίχος με πέτρα λατομείου, τοίχος με λιθοδομή
6. εκφ, el Muro de Adriano, το τείχος του Αδριανού
el Muro de Berlín, το τείχος του Βερολίνου
el Muro de las Lamentaciones, το Τείχος των Δακρύων
mural 1. ε, πρχ τοιχογραφικός, -ή, -ό, που σχετίζεται με τοίχο, τοίχωμα, τοιχογραφία,
pintura mural, ζωγραφική τοίχου
2. που καταλαμβάνει επιφάνεια σε τοίχο, τείχος, mapa mural, χάρτης τοίχου
3. α, τοιχογραφία, Los murales en el Palacio Nacional de México son espectaculares,
Οι τοιχογραφίες στο Εθνικό Παλάτι του Μεξικού είναι εντυπωσιακές
4. αφίσα
5. έπιπλο τοίχου
muralismo 1. α, τεχ, τοιχογραφία, μουραλισμός (Μεξικό)
muralista 1. ε, α θ, μουραλιστικός, -ή, -ό, μουραλιστής, -ια
extramuros 1. επρ, εξω-τειχικά, που βρίσκεται εκτός τειχών, ορίων πόλης,
el convento está extramuros, το μοναστήρι βρίσκεται εξω-τειχικά
intramuros 1. επρ, ενδο-τειχικά, εντός των τειχών πόλης,
Mientras que la peste asola los campos, la vida intramuros continúa como siempre,
Ενώ η πανώλη μαστίζει την ύπαιθρο, η ζωή εντός των τειχών συνεχίζεται κανονικά
muralla 1. θ, τείχη, las murallas de Avila, τα τείχη της Άβιλα
2. εκφ, la Gran Muralla China, το Μεγάλο Σινικό Τείχος
amurallar 1. ρμ, περιτειχίζω πόλη, οχυρώνω με τείχη,
amurallaron la ciudad para defenderla de ataques,
περιτείχισαν την πόλη για να την υπερασπιστούν από επιθέσεις
murar 1. ρμ, περι-τοιχίζω πόλη ή έδαφος, εντοιχίζω, χτίζω τείχη, τοίχο,
Los romanos muraron la ciudad y reforzaron la guardia,
Οι Ρωμαίοι οχύρωσαν την πόλη και ενίσχυσαν την φρουρά
múrete 1. α, τοιχάκι
amura 1. θ, καραβόσκοινο, πρχ (κοντρα)μουρα
2. μάσκα, παρειά σε πλοίο
contraamura 1. θ, ναυ, κόντρα μούρα, χοντρός κάβος που ενίοτε προσφέρει στήριξη στα ψηλότερα ιστία
amurada 1. θ, εσωτερική πλευρά τοιχίων πλοίου
amurar 1. ρμ, ναυ, δένω τα πανιά με την (κοντρα)-μουρα
médano 1. α, πρχ με-ντανο> αμμο-ντάνα= θίνα, αμμόλοφος
2. αμμοσύρτη
mégano 1. α, πρχ αμμό-γονο= αμμόλοφος
menhir 1. α, μενίρ
meta μτθ με-τα> τερ-μα> τέρ-ματος
1. θ, αθλ, μέρος, σημείο ή τέρμα που ορίζουν το τέλος, γραμμή άφιξης, άφιξη,
corrió el maratón pero no llegó a la meta,
έτρεξε τον μαραθώνιο αλλά δεν έφτασε στο τέρμα
El caballo atravesó velozmente la meta en el Derbi de Kentucky,
Το άλογο διέσχισε με ταχύτατα τη γραμμή τερματισμού στο Kentucky Derby
2. μτφ, στόχος, σκοπός, τέρμα που θες να φτάσεις, su meta en la vida es el dinero,
ο σκοπός του στην ζωή είναι το χρήμα
¿cuál es tu meta en la vida? ποιος είναι o σκοπός της ζωής σου;
3. αθλ, εστία, τέρμα, El jugador metió el balón en la meta,
Ο παίκτης έβαλε την μπάλα στο τέρμα
4. σνθ, meta volante, αθλ, γραμμή τερματισμού ενδιάμεσου σπριντ
5. εκφ, fijarse una meta, θέτω ένα στόχο
marcar en propia meta, πδφ, μαρκάρω= σημειώνω αυτογκόλ
meta 1. α, τερματο-φύλακας, El meta del Sevilla frenó el duro ataque del Barcelona,
Ο τερματοφύλακας της Σεβίλλης σταμάτησε την άγρια επίθεση της Μπαρτσελόνα
muladar πρχ μουλαρο-τοπος ή ντα-μάρι από βρώμα
1. α, σωρός κοπριάς
2. χωματερή, σκουπιδότοπος, βρωμότοπος,
La basura que está en el muladar va a ser enterrada y cubierta con tierra,
Τα σκουπίδια που είναι στην χωματερή θα θαφτούν και θα καλυφθούν με χώμα
munición πρχ μουν-ισιον> ά-μυνα> υλικά για άμυνα πολεμική
1. θ, πολεμοφόδια, ha llegado un convoy con municiones,
έχει φτάσει ένα κονβόι με πολεμοφόδια
2. πυρομαχικά όπλου, disparar con munición de fogueo,
πυροβόλησαν με άσφαιρα πυρομαχικά
3. σνθ, municiones de boca, εφόδια, φαγώσιμα
amunicionar 1. ρμ, πρχ αμυνο-ποιώ= προμηθεύω κάποιον με πολεμοφόδια
municionero, ra 1. α θ, εφοδιαστής