MORDER

MORDER= ΠΡΧ ΜΕΡΟ-ΔΑ-ΓΚΑΩ, ΔΑΓΚΩΝΩ, ΠΡΧ ΜΑΡΑΣΜΟΣ, ΠΡΧ ΣΜΕΡΝΑ> ΔΑΓΚΩΜΑ,

ΠΡΧ ΒΑ-ΡΕΜΑΡΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

amarantina 1. θ, βοτ, κόκκινο αμάραντο

amaranto 1. α, βοτ, αμάραντος, αμάραντο

amarantácea 1. θ, βοτ, αμαραντίδη, αμαραντοειδές

marasmo 1. α, μαρασμός σώματος, αδυνάτισμα υπερβολικό,

La ONG lucha para evitar que haya tantos niños con marasmo en África,

Η ΜΚΟ αγωνίζεται για να αποτρέψει να έχει τόσα πολλά παιδιά από μαρασμό στην Αφρική

2. μτφ, μαρασμός ψυχικός, ηθικός, έλλειψη δραστηριότητας, τέλμα,

criticaban el marasmo de la juventud actual, κριτίκαραν τον μαρασμό της τωρινής νεότητας

el país se halla sumido en un marasmo económico,

η χώρα βρίσκεται βυθισμένη σε οικονομικό τέλμα

muermo πρχ μουερ-μο> σα μουρμούρα ή μαρασμός ψυχικός, πρχ βα-ρεμαρα

1. α, οικ, για κάτι, βαρεμάρα, el discurso fue un muermo, η ομιλία ήταν σκέτη βαρεμάρα

¡menudo muermo de película! τι βαρεμάρα αυτή η ταινία!

2. οικ, μτφ, βαρετό άτομο, ¡qué tío más muermo! τι βαρετός τύπος!

3. οικ, μτφ, νύστα, como no nos movamos me va a entrar el muermo,

αν δεν κινηθούμε θα με πιάσει νύστα

4. κτν, μάλις

5. εκφ, darle, entrarle el muermo a alguien, με πιάνει νύστα,

con este calor me está dando el muermo, με αυτή τη ζέστη με έπιασε μια νύστα

amuermar 1. ρμ, ραντ, μτφ, φέρνω μαρασμό σωματικό= αποβλακώνω, -ομαι

προκαλώ πλήξη, βαρεμάρα, υπνηλία, el calor lo amuerma, η ζέστη τον αποβλακώνει

amuermado, da 1. ε, μαραμένος σωματικά, νοητικά= αποβλακωμένος, -η, -o, βαριεστημένος, -η, -o, βαρεμένος, -η, -ο, είναι σε πλήξη,

está amurmada y tendida sobre el sofá, είναι βαριεστημένος και απλωμένος στον καναπέ

No soporto más esta situación, me siento completamente amuermado en este lugar,

Δεν αντέχω άλλο αυτήν την κατάσταση, νιώθω πλήρως βαρεμένος σε αυτό το μέρος

2. μαραμένος ψυχικά= μελαγχολικός, -ή, -ó,

Después de tantos días lluviosos, todos se sentían un poco amuermados en el pueblo,

Μετά από τόσες μέρες βροχερές, όλοι αισθάνονταν λίγο μελαγχολικοί στο χωριό

3. υπό την επήρεια ναρκωτικών, ναρκωμένος, -η, -ο

morbo πρχ μορ-βο> μαυρο-περιέργεια ή ενδιαφέρον για κάτι, πρχ σα μακά-βριο θέαμα

1. α, οικ, νοσηρή περιέργεια, Leía con morbo los reportajes de los juicios por asesinato,

Διάβαζε με νοσηρή περιέργεια τις αναφορές των δικών για δολοφονίες

La revista publicó las fotos del cadáver para satisfacer el morbo de los lectores

Το περιοδικό δημοσίευσε φωτογραφίες του πτώματος για να ικανοποιήσει την νοσηρή περιέργεια των αναγνωστών

2. ασθένεια, σαν μαύρο σώματος ή μαρα-σμός,

El morbo acabó con innumerables vidas en el país,

Η ασθένεια κατέληξε με το να πάρει αμέτρητες ζωές στη χώρα

3. σνθ, morbo comicial, ιατ, επιληψία

morbo gálico, ιατ, σύφιλη

morbo regio, ιατ, ίκτερος

4. εκφ, dar morbo a alguien, οικ, μτφ, διεγείρω την περιέργεια κάποιου, διεγείρω κάποιον tener morbo, οικ, είμαι νοσηρά θελκτικός, la película tenía morbo porque era irreverente,

η ταινία είχε νοσηρή θελκτικότητα γιατί ήταν αναίσχυντη

Ese Felipe me da muchísimo morbo. – Pues, ¡pídele su número de teléfono!

Αυτός ο Φελίπε με διεγείρει πολύ. – Λοιπόν, ζήτα τον αριθμό τηλεφώνου του!

morbosidad 1. θ, πρχ μαυρότητα= ασθενικότητα

2. νοσηρή περιέργεια, Su morbosidad lo llevó a investigar tragedias sin respetar la privacidad de las personas, Η νοσηρή περιέργεια του τον οδήγησε να ερευνήσει τραγωδίες χωρίς να σέβεται την ιδιωτικότητα των ανθρώπων

3. στατιστική νοσηρότητας πληθυσμού

4. μακαβριότητα, La morbosidad del lugar del desastre parecía atraer a los curiosos,

η μακαβριότητα του μέρους της καταστροφής φαινόταν να προσελκύει τους περίεργους

morboso, sa 1. ε, για άτομο, νοσηρά θελκτικός, -ή, -ó, νοσηρός, -ή, -ό,

La mente morbosa de algunos escritores los lleva a crear tramas siniestras,

Ο νοσηρός νους ορισμένων συγγραφέων τους οδηγεί να δημιουργούν σκοτεινά σενάρια

2. για ενδιαφέρον, νοσηρός, -ή, -ό, αρρωστημένος, -η, -ο,

El interés morboso por los detalles escabrosos de la noticia revela una falta de sensibilidad,

Το νοσηρό ενδιαφέρον για λεπτομέρειες από τα αποκρουστικά στοιχεία της είδησης αποκαλύπτει έλλειψη ευαισθησίας

3. για αρρώστια, νοσηρός, -ή, -ó

4. που προκαλεί αρρώστια, νοσογόνος, -α, -o

mórbido, da 1. ε, που προκαλεί, υποφέρει με αρρώστια, νοσηρός, -ή, -ó

2. μτφ, πρχ ευ-μορφητο= για σχήμα, απαλός, -ή, -ό, μαλακός, -ή, -ó,

escultura de formas mórbidas, γλυπτό με σχήματα απαλά

morbidez 1. θ, ευ-μορφία= μαλακότητα, απαλότητα

morbífico, ca 1. ε, πρχ μαυρο-φιάχνω= νοσο-γόνος, -α, -o

morbilidad 1. θ, νοσηρότητα

muerdo πρχ μουερ-δο> μερ-ίζω με δόντι= δάγκωμα

1. α, δάγκωμα, δαγκωματιά, ¿Quieres darle un muerdo a mi panqué de chocolate?

Θέλεις να δώσεις μια δαγκωματιά στο σοκολατένιο μου κέικ;

2. μπουκιά

3. δαγκωτό φιλί στο στόμα

4. εκφ, darle un muerdo a algo, δίνω μια δαγκωματιά σε κάτι,

darle un muerdo a alguien, δίνω σε κάποιον ένα φιλί στο στόμα

morder πρχ μερο-δοντιάζω= δαγκώνω

1. ρμ, δαγκώνω με δόντια, mordió la pera, δάγκωσε το αχλάδι

2. για ζώο, τσιμπάω, δαγκώνω, una serpiente lo ha mordido, τον δάγκωσε ένα φίδι

3. μτφ, τρώω, han ido mordiendo sus ahorros, έφαγαν τις οικονομίες τους

4. μτφ, μεριδιάζω λεκτικά κάποιον= προσβάλλω, υποτιμώ,

no sabe hablar sin morder, δεν ξέρει να μιλάει χωρίς να προσβάλλει

5. μτφ, διαβρώνω, φθείρω, φθείρω, el mar ha mordido la base del acantilado,

η θάλασσα έχει φθείρει την βάση του γκρεμού

6. τυπ, σφίγγω

7. ρα, για ζώο, δαγκώνω, El perro no debería morder,

Ο σκύλος δεν θα έπρεπε να δαγκώνει

8. ραντ, δαγκώνομαι, morderse los labios, δαγκώνω τα χείλη μου

9. εκφ, estar alguien que muerde, οικ, είναι σαν να δαγκώνει= είναι έξω φρενών

Juan está que muerde, ο Χουάν είναι έξω φρενών

mordida 1. θ, δάγκωμα, δαγκωματιά

mordedura θ, δάγκωμα, δαγκωματιά

mordido, da 1. ε, δαγκωμένος, -η, -o

2. μειωμένος, -η, -o σε όρια, esta mesa tiene los bordes mordidos,

αυτό το τραπέζι έχει τις άκρες μειωμένες

mordiente 1. ε, που δαγκώνει

2. α, πρόστυμμα

mordaza

1. θ, φίμωτρο για στόμα

2. σφιγκτήρας, σιαγόνα

3. ναυ, μηχάνημα που σταματά την αλυσίδα της άγκυρας

4. κτν, ορχεο-σφιγκτήρας

mordaz 1. ε, πρχ που μερο-δα-γκώνει με λόγια= δηκτικός, -ή, -ό, καυστικός, -ή, -ό,

Ivana hizo un comentario mordaz sobre la separación escandalosa de Ana y Joaquín,

Η Ιβάνα έκανε ένα καυστικό σχόλιο για τον σκανδαλώδη χωρισμό της Άνα και του Χοακίν

mordazmente 1. επρ, δηκτικά

mordacidad 1. θ, μτφ, δηκτικότητα λόγου, καυστικότητα

amordazar 1. ρμ, φιμώνω άτομο, los ladrones la amordazaron, οι κλέφτες την φίμωσαν

2. βάζω φίμωτρο σε ζώο, el veterinario amordazó al perro,

o κτηνίατρος έβαλε φίμωτρο στο σκύλο

3. μτφ, φιμώνω, λογοκρίνω, el gobierno intentaba amordazar a la prensa,

η κυβέρνηση προσπαθούσε να φιμώσει τον Τύπο

mordaga 1. θ, οικ, μτφ, πρχ μερ-δαγα> μεθ-άγη-μα= μεθύσι

remorder πρχ περι-δαγκώνω

1. ρμ, ξαναδαγκώνω, el ratón ha ido remordiendo la pared hasta hacer un agujero,

Το ποντίκι καταδάγκωσε, ροκάνισε τον τοίχο μέχρι που έκανε μια τρύπα

2. μτφ, έχω τύψεις, σαν περι-δάγκωμα συνείδησης, κατατρώω,

no puede dormir porque le remuerde la conciencia,

δεν μπορεί να κοιμηθεί γιατί τον κατατρώει η συνείδηση

3. μτφ, με κατατρώει, ανησυχεί κάτι, le remuerden los celos, τον κατατρώνε οι ζήλιες

remordimiento 1. α, τύψη, no puedo vivir con este remordimiento, confesaré que fui yo,

Δεν μπορώ να ζήσω με αυτές τις τύψεις, θα ομολογήσω ότι ήμουν εγώ

2. εκφ, estar torturado por el remordimiento, βασανίζομαι από τύψεις

sentir, tener remordimientos, (de conciencia) por algo

mordicar 1. ρμ, δαγκώνω, τσιμπώ ελαφρά με τα δόντια

mordiscar 1. ρμ, δαγκώνω, τσιμπάω με επανάληψη κάτι,

el niño mordiscaba la cοrteza del pan, το παιδί δάγκωνε την κόρα του ψωμιού

mordisco 1. α, δαγκωνιά, δαγκωματιά, dar un mordisco a una manzana,

δίνω μια δαγκωματιά σε ένα μήλο

a mordiscos, με δαγκωματιές, lo rompió a mordiscos, το έσπασε με δαγκωματιές

2. πληγή από δάγκωμα, tienes un mordisco en el cuello, έχεις μια δαγκωματιά στο λαιμό

3. κομμάτι ίση με δαγκωνιά, δαγκωματιά, sólo quiero un mordisco,

θέλω μόνο μια δαγκωνιά

4. μτφ, δάγκωμα σαν κομμάτι της πίτας, sacó un buen mordisco de la venta de los terrenos, πήρε ένα μεγάλο κομμάτι πίτας από την πώληση του οικοπέδου

5. εκφ, dar, pegar un mordisco a algo, πατώ μια δαγκωνιά σε κάτι, δαγκώνω κάτι

mordisquear 1. ρμ, δαγκώνω, τσιμπάω ελαφρά με τα δόντια

mordisqueo 1. α, ελαφρό δάγκωμα

mordentar 1. ρμ, βάφω με καυστική ουσία, σαν να δαγκώνει το χρώμα

mordentado 1. α, μτφ, χημική επεξεργασία σε διάλυμα χρωμικού άλατος

mordente 1. α, διαβρωτική ουσία

2. μσκ, τρίλια, λαρυγγισμός

almuerzo 1. α, πρχ αλ-μουερθο> σα-μεριδιο φαί= μεσημεριανό γεύμα

Mi almuerzo se compone de pizza y café,

Το μεσημεριανό μου γεύμα αποτελείται από πίτσα και καφέ

2. κολατσιό πρωινό, δεκατιανό

3. σνθ, almuerzo de trabajo, γεύμα εργασίας

almorzar 1. ρα, τρώω μεσημεριανό, γευματίζω, suele almorzar tarde,

συνηθίζει να γευματίζει αργά

2. τρώω κολατσιό ή δεκατιανό, κολατσίζω, ¿a qué hora sales a almorzar?

τι ώρα βγαίνεις για να κολατσίσεις, για κολατσιό;

almorzaré un bocadillo, θα κολατσίσω ή θα φάω ένα σάντουιτς για κολατσιό

3. ρμ, γευματίζω, τρώω για μεσημέρι, almorzar chuletas, τρώω μπριζόλες για μεσημεριανό

almorzada 1. θ, ποσότητα υγρού που χωράει σε δύο ενωμένες χούφτες

almorzado, da 1. ε, γευματισμένος, -η, -ο, vengo bien almorzado,

έρχομαι καλά γευματισμένος, έχω ήδη γευματίσει καλά

mortero πρχ μερι-στ-άρι= που μερίζει κάτι

1. α, γουδί

2. όλμος, σαν γουδί οπτικά

3. ασβεστοκονίαμα, προϊόν από μέριση υλικού

4. μυλόπετρα, mortero de molino

morterada 1. θ, ποσότητα φαγητού, καρυκεύματος ή σάλτσας που ετοιμάζεται σε γουδί

2. οικ, μτφ, πολύ χρήμα, πρχ μορτεραδα> χρη-ματάρα,

el jugador de Real gana una morterada, ο παίκτης της Ρέαλ κερδίζει ένα σωρό χρήμα, λεφτά

3. στρ, βλήμα όλμου, σαν mortero ή πληγή, τραυματισμός από βλήμα όλμου

morterete 1. α, μικρός όλμος

2. μτφ, καντήλι

momórdiga 1. θ, βοτ, βαλσαμόδεντρο

muesca πρχ μουεσκα> μασ-ακιά, σαν μάσημα

1. θ, εγκοπή, εντομή

2. σημάδι για κάτι, σαν εγκοπή, χαρακιά

3. σε ζώα βοσκής, χαρακιά, σημάδι

tarasca 1. θ, τέρας ταράσκ

2. μτφ, οικ, για γυναίκα τέρας, λάμια, μέγαιρα, στρίγκλα

tarascada 1. θ, πρχ που ταράζει με δόντια, δαγκωματιά,

si molestas al perro te dará una tarascada,

αν ενοχλήσεις τον σκύλο θα σου δώσει μια δαγκωματιά

2. γρατζουνιά

3. οικ, μτφ, πρχ που ταράζει ψυχικά, χοντράδα λόγου, λόγια προσβολής,

tus tarascadas ya no me asustan, οι χοντράδες σου δεν με τρομάζουν πια

tarascar 1. ρμ, ταράζω με δόντια= δαγκώνω

Scroll to Top