MORCILLA= ΠΡΧ ΜΟΡΣΙΛΑ> ΜΑΥΡ-ΟΥΛΑ> ΛΟΥΚΑΝΙΚΟ ΑΙΜΑΤΟΣ, ΛΟΓΩ ΧΡΩΜΑΤΟΣ,
ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
morcilla 1. θ, αιματιά, λουκάνικο αίματος, Nunca he probado la morcilla,
Ποτέ δεν έχω δοκιμάσει αιματιά
2. θτρ, τηλ, οικ, μτφ, αυτο-σχεδιασμός, Esa frase fue una morcilla del actor,
Αυτή η φράση ήταν ένας αυτοσχεδιασμός από τον ηθοποιό
3. εκφ, ¡que te den morcilla! οικ, άντε πνίξου!
morcillero, ra 1. α θ, αλλαντοποιός, που φτιάχνει αιματιές
2. αλλαντοπώλης, αλλαντοπώλισσα που πουλάει αιματιές
3. θτρ, τηλ, αυτοσχεδιαστής, αυτοσχεδιάστρια
morcón 1. α, λουκάνικο που γίνεται με το παχύτερο μέρος του εντέρου του ζώου