MONGOLIA= ΠΡΧ ΜΟΓΓΟΛΙΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
Mongolia 1. ονο, Μογγολία
mongólico, ca 1. ε, απο Μογγολία, μογγολικός, -ή, -ó
2. υτμ, με αρρώστια, μογγολικός, -ή, -ó
3. α θ, οικ, μτφ, μογγολάκι στο μυαλό, χαζός, -ή
4. υτμ, μογγολάκι, άτομο που πάσχει από μογγολισμό
5. Μογγόλος, Μογγόλα
mogol, la 1. ε, μογγολικός, -ή, -ό
2. α θ, Μογγόλος, Μογγόλα
3. εκφ, el Gran Mogol, o Μέγας Μογγόλος
mongol, la 1. ε, μογγολικός, -ή, -ό
2. α θ, Μογγόλος, Μογγόλα
mongol 1. α, Μογγολικά
mongolismo 1. α, ιατ, μογγολισμός
mongoloide 1. ε, ιατ, μογγολοειδής, -ής, -ές