MONDONGO

MONDONGO= ΠΡΧ Ο-ΜΑΤΙΑ> ΛΟΥΚΑΝΙΚΟ ΜΕΓΑΛΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

mondongo 1. α, πρχ οματία> έντερα, εντόσθια ζώου

2. οικ, έντερα ατόμου

amondongado, da 1. ε, οικ, μτφ, σαν οματία= χοντρομπαλάς, -ού, -άδικο, -ούδικο

2. σε τρόπους, χοντροκομμένος, -η, -o

mondonguería 1. θ, κατάστημα που πουλάει εντόσθια

mondonguera, ra 1. α θ, άτομο που πουλάει εντόσθια

mondonga 1. θ, μτφ, σαν οματία= υπηρέτρια με άξεστους τρόπους

bandujo 1. α, οματιά

bandullo 1. α, οικ, σωθικά, εντόσθια

Scroll to Top