MOJÓN

MOJÓN= ΠΡΧ ΜΟΧΟΝ> ΜΟΓΟΝ> ΜΠΗΓΩΝ ΠΕΤΡΑ> ΟΡΟΣΗΜΟ ΕΔΑΦΟΥΣ, ΠΕΡΙΟΧΗΣ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

mojón 1. α, ορόσημο, όριο σε δρόμο, ιδιοκτησία, πέτρα ή σημάδι σταθερό, που δείχνει αποστάσεις, en el mojón aparece el nombre de la carretera,

στο ορόσημο φαίνεται το όνομα της λεωφόρου

Estos mojones delimitan las fronteras de nuestra propriedad,

Αυτές οι πέτρες οριοθετούν τα όρια της ιδιοκτησίας μας

ή μτφ, Conseguir ese empleo fue un mojón en su carrera,

Να αποκτήσει αυτή τη δουλειά ήταν ένα ορόσημο στην καριέρα του

2. μτφ, κουράδα, σαν ορόσημο

3. μτφ, πρχ μοχον> μπογον> μπόγος από κάτι, σωρός

mojonar 1. ρμ, μπήγω πέτρες σαν όριο= οριοθετώ περιοχή, ιδιοκτησία,

Mi equipo va a estar a cargo de mojonar la provincia,

Η ομάδα μου θα είναι υπεύθυνη του να οριοθετήσει την επαρχία

mojona 1. θ, περίφραξη, οριοθέτηση εδάφους, περιοχής, ιδιοκτησίας

mojonera 1. θ, πρχ μπηγων-ιερα πέτρα= σύνορο, όριο περιοχής

amojonar 1. ρμ, βάζω> μπήγω πέτρες σαν όριο= περιφράσσω, οριοθετώ,

amojonan el campo, περιφράζουν το χωράφι

amojonamiento 1. α, περίφραξη, οριοθέτηση

Scroll to Top