MOJAMA

MOJAMA= ΠΡΧ ΜΗ-ΧΥΜΟ> ΑΠΟΞΗΡΑΜΕΝΟΣ ΚΑΠΝΙΣΤΟΣ ΤΟΝΟΣ, ΠΡΧ ΜΟΥΣΑΜΑΣ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

mojama 1. θ, αποξηραμένος καπνιστός τόνος

amojamar 1. ρμ, πρχ απο-χυμώνω> κάνω καπνιστό τόνο

2. ραντ, γίνομαι σαν μουσαμάς ή αποχυμώνομαι σωματικά= αδυνατίζω πολύ και έχω ζάρες, αποσκελετώνομαι, se fue amojamando poco a poco en los últimos años,

αδυνάτισε πολύ σιγά σιγά τα τελευταία χρόνια

amojamado, da 1. ε, απο-χυμομένος= αποσκελετωμένος, -η, -o

Scroll to Top