MOFA= ΠΡΧ ΜΟΜΦΗ ΣΑΝ ΚΟΡΟ΄Ι΄ΔΙΑ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
mofa 1. θ, κοροϊδία, χλεύη, La mofa traspasó todos los límites y Raquel se puso a llorar,
Η κοροϊδία ξεπέρασε κάθε όριο και η Ρακέλ άρχισε να κλαίει
2. εκφ, hacer mofa de algo, de alguien, χλευάζω, γελοιοποιώ κάποιον, κάτι
mofar 1. ρα, κοροϊδεύω, χλευάζω, εμπαίζω, πειράζω,
Deja de mofar al niño delante de sus amigos o empezará a llorar,
Σταμάτησε να κοροϊδεύεις το παιδί μπροστά στους φίλους του, αλλιώς θα αρχίσει να κλαίει
2. ραντ, mofarse de, κοροϊδεύω κάποιον, κάτι, γελάω με κάποιον, κάτι,
Los alumnos empezaron a mofarse del profesor porque se le veían los calzoncillos,
Οι μαθητές άρχισαν να κοροϊδεύουν τον δάσκαλο γιατί φαινόταν το εσώρουχό του
mofadura 1. θ, δούλεμα, κοροϊδία, εμπαιγμός, πείραγμα