MENTE

MENTE= ΠΡΧ ΜΕΝΤΙΟΥΜ, ΜΕΝΤΟΡΑΣ> ΜΝΗΜΗ, ΝΟΥΣ, ΠΝΕΥΜΑ, ΠΡΧ ΜΟΥΣΙΚΗ, ΜΟΥΣΑ, ΠΡΧ ΜΑΝΙΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

mente πρχ μνήμη= νούς, ή μέντιουμ= πνεύμα

1. θ, μυαλό, Abre tu mente a nuevas experiencias, Άνοιξε το μυαλό σου σε νέες εμπειρίες

2. νους, νοοτροπία, es ya mayor y de mente cerrada,

είναι πλέον μεγάλος και με νοοτροπία κλειστή

3. πνεύμα, ¿Alguna vez has deseado tener una conversación con una de las mentes más brillantes de la historia? Έχεις ποτέ θελήσει να συνομιλήσεις με ένα από τα μεγαλύτερα πνεύματα στην ιστορία;

4. πρόθεση του νου για κάτι, no te he llamado pero estaba en mi mente hacerlo,

δεν σε έχω καλέσει αλλά ήταν στο νου μου να το κάνω

5. εκφ, abierto de mente ανοιχτό μυαλό

estar, quedarse con la mente en blanco, στέκω, μένω με νου λευκό= έχω ένα κενό μνήμης

tener algo en la mente, έχω κάτι στο νου μου ή έχω πρόθεση, σχεδιάζω να κάνω κάτι,

ahora vivo el éxito pero tengo en la mente el fracaso,

τώρα ζω την επιτυχία αλλά έχω στο νου μου την αποτυχία

traer algo a la mente τραβάω= ανακαλώ κάτι στο νου

venir algo a la mente, μου βαίνει= περνάει κάτι από το νου

mental 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με το νου, μυαλό, πνεύμα= (δια) νοητικός, -ή, -ό, νοερός, -ή, -ό, facultades mentales, διανοητικές ικανότητες

mentalidad 1. θ, νοοτροπία, para su edad tiene una mentalidad infantil,

για την ηλικία του έχει μια νοοτροπία παιδική

2. σύνολο από απόψεις ενός ή πολλών ατόμων, ιδεολογία, πιστεύω

mentalmente 1. επρ, νοητικά

2. νοερά

3. διανοητικά

mentalizar 1. ρμ, δημιουργώ νοοτροπία σε κάποιον, μαθαίνω να σκέπτεται με ένα τρόπο,

Hay que mentalizar a los ciudadanos para que no ensucien las calles,

Πρέπει να δημιουργήσουμε νοοτροπία στους πολίτες να μην βρωμίζουν τους δρόμους

2. ραντ, δημιουργώ νοοτροπία σε εμένα

mentalización 1. θ, δημιουργία νοοτροπίας σε κάποιον

mentar 1. ρμ, πρχ μνημονεύω, αναφέρω κάποιον, κάτι, este tema no quiero ni mentarlo,

αυτό το θέμα δεν θέλω ούτε να το αναφέρω

mentó a todas las personas que le ayudaron en su carrera,

μνημόνευσε όλα τα άτομα που τον βοήθησαν στην καριέρα του

2. mentarle a alguien la madre, οικ, αναφέρομαι άσχημα = βρίζω την μητέρα κάποιου

mentado, da ε 1. ε, μνημονευόμενος, -η, -ο, προαναφερόμενος, -η, -ο,

El mentado tratado se firmó el 10 de julio de 1988,

Η προαναφερόμενη συνθήκη υπογράφηκε στις 10 Ιουλίου 1988

2. για άτομο, σχολιασμένος από πολλούς, πολυ-μνημονευόμενος, -η, -ο, διάσημος, -η, -ο

Es un mentado escritor, είναι ένας διάσημος συγγραφέας

comentar πρχ συν-μνημονεύω> κάνω μνεία σε κάτι

1. ρμ, σχολιάζω, εξηγώ ένα θέμα, κείμενο, en clase comentó el primer capítulo de la novela,

στην τάξη εξήγησε το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος

2. κρίνω με τον νου κάτι, σχολιάζω γενικά καταστάσεις, γεγονότα,

la gente comentaba la boda, ο κόσμος σχολίαζε τον γάμο

3. κάνω μνεία για κάτι σε κάποιον, του αναφέρω κάτι, λέω

le comentó su amor por los animales, του ανέφερε την αγάπη του για τα ζώα

comentario 1. α, σχολιασμός, εξήγηση σε ένα θέμα, κείμενο

Tengo que escribir un comentario sobre el primer acto de "Hamlet" para mañana,

Πρέπει να γράψω μια κριτική για την πρώτη πράξη του «Άμλετ» για αύριο

2. μνεία, σχόλιο γενικά, Ese comentario no era necesario,

Αυτό το σχόλιο δεν ήταν απαραίτητο

3. αναφορά σε κάτι

comentarista 1. α θ, σχολιαστής, -ια

2. σνθ, comentarista deportivo, αθλητικός σχολιαστής

comentador, ra 1. α θ, σχολιαστής, -ια

demencia 1. θ, πρχ αντι-μνήμη> παρα-νοια= άνοια,

Algunos de los ancianos en el hogar sufren de Alzheimer o demencia senil,

Μερικοί από τους ηλικιωμένους στο σπίτι πάσχουν από Αλτσχάιμερ ή γεροντική άνοια

2. μτφ, τρέλα, aquella aventura en el trópico fue una demencia de juventud,

εκείνη η περιπέτεια στον τροπικό υπήρξε μια τρέλα της νεότητας

demenciado, da 1. ε, για άτομο, πάσχων, -ουσα, -ον από άνοια, παράφρων, -ων, -ον

2. μτφ, για κόσμο, περιβάλλον που ζώ, τρόπο ζωής, για ρυθμούς, παρα-νοικός, -ή, -ό, θεότρελος, -η, -o

demencial 1. ε, για άτομο, παρα-νοϊκός, -ή, -ó

2. για κατάσταση, μτφ, παρα-νοϊκός, -ή, -ó, χαωτικός, -ή, -ό

demente 1. ε, α θ, παρανοϊκός, -ή, -ό

mentecato, ta πρχ με μνήμη> νού-καπτα-ρισμένο> πιασμένο

1. ε, α θ, ανόητος, -η, -ο, χαζός, -ή, -ό, ¡No seas mentecato! Los fantasmas no existen,

Μην είσαι ανόητος! Τα φαντάσματα δεν υπάρχουν

mentecatada 1. θ, για πράξη ή λόγο, ανοησία, χαζομάρα, βλακεία

mentecatería 1. θ, προσόν του ανόητου, ηλιθιότητα, χαζομάρα

mentecatez 1. θ, προσόν του ανόητου, ηλιθιότητα, χαζομάρα

Minerva 1. ονο, μυθ, Αθηνά, η θεά του νου, σκέψης

minerva 1. θ, πρχ μνήμη-βάζω= κολάρο στο λαιμό κεφαλιού

2. τυπ, μικρή μηχανή τύπωσης, επειδή αφήνει την μνήμη στο χαρτί

minervista 1. α θ, χειριστής, -α, μικρής τυπογραφικής μηχανής

mención πρχ μνεία, μνημόνευση

1. θ, αναφορά, la sola mención de su nombre la enferma,

η αναφορά του και μόνο του ονόματος του την αρρωσταίνει

2. mención honorífica, τιμητική αναφορά

3. εκφ, hacer mención de algo, κάνω μνημόνευση, αναφορά για κάτι, κάποιον

ser digno de mención είναι δείγμα> άξιο μνημόνευσης, αναφοράς

te he explicado lo principal, creo que no hay nada más digno de mención

σου εξήγησα το κύριο, νομίζω ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο άξιο μνημόνευσης

mencionar πρχ μνημονεύω

1. ρμ, κάνω αναφορά, μνημόνευση σε κάποιον ή κάτι αναφέρω, μνημονεύω

en su discurso mencionó a su padre porque le ayudó en su carrera,

στην ομιλία του ανέφερε τον πατέρα του γιατί τον βοήθησε πολύ στην καριέρα του

no menciones a nadie nuestro plan, μην αναφέρεις σε κανέναν το πλάνο μας

2. εκφ, sin mencionar a, χωρίς να γίνει αναφορά, μνημόνευση σε

mencionado, da ε 1. ε, για άτομο, αναφερόμενος, -η, -ο, αναφερθείς, -είσα, -έv,

las mujeres anteriormente mencionadas que pasen,

οι γυναίκες πριν αναφερόμενες ας περάσουν

2. για πράγμα, προ-αναφερθείς, -είσα, -έν

mentir πρχ μεντιουμ= που λέει ψέματα ή βγάζω από μνήμη> νου= βγάζω ψεύδη

1. ρα, ψεύδομαι, λέω ψεύδη, σαν μέντιουμ, no me gusta mentir,

δεν μου αρέσει να ψεύδομαι

2. οδηγώ σε ψευδή συμπεράσματα, ξεγελώ, απατώ, σαν μέντιουμ, λέγοντας ψεύδη,

los hechos a veces mienten, τα γεγονότα ενίοτε απατούν

3. εκφ, miente más que habla, ψεύδεται πιο πολύ απ’ ότι μιλάει, με το παραμικρό

¡miento! ψέματα, ψέματα λέω, για να διορθώσεις κάτι που είπες

llegué a las ocho, ¡miento!, a las siete, έφτασα στις 8, ψέματα! στις 7

mentira 1. θ, ψέμα, no me digas mentiras, μην μου πεις ψέματα

2. λάθος σε γραπτό, τυπωμένο έγγραφο

3. μτφ, κηλίδα λευκή στην αρχή του νυχιού

4. σνθ, mentira cochina, ψέμα γουρουνίσιο= αισχρό, βρώμικο ψέμα

mentira piadosa, αθώο ψεματάκι

5. εκφ, contar mentiras, λέω ψέματα> παραμύθια

decir mentira por ή para sacar la verdad, να πω ψέμα για να εξάγω, βγάλω αλήθεια=

ρίχνω άδεια για να πιάσω γεμάτα

sacar de mentira verdad, βγάζω από το ψέμα μια αλήθεια

de mentira, ψεύτικος, -η, -o, una pulsera de mentira, ένα ψεύτικο βραχιόλι

parece mentira, φαίνεται σαν ψέμα

una mentira como una catedral, οικ, ένα ψέμα σαν καθεδρικός= απίστευτο, τεράστιο

coger a una persona en mentira, πιάνω κάποιον να λέει ψέματα,

si te cojo en mentira nunca más confiaré en ti,

αν σε πιάσω να λες ψέματα ποτέ πια δεν θα σε εμπιστευτώ

mentira 1. επφ, τι ψέμα! ¡mentira! για να ακυρώσουμε τα λόγια άλλου από πριν

mendaz 1. ε, για άτομο, ψευδόμενος, -η, -o

2. για επιχείρημα, έγγραφο, argumento, documento, ψευδόμενος= αναληθής, -ής, -ές

mendacidad 1. θ, συνήθεια του ψευδόμενου, ψευδολογία

mentidero 1. α, πρχ μνημονευ-τήριο, μέρος που γίνεται συζήτηση ή πηγαδάκι,

κύκλος ατόμων που μιλούν, en los mentideros deportivos, στα αθλητικά πηγαδάκια

escuché ese rumor en los mentideros de la ciudad,

άκουσα αυτή την φήμη στα πηγαδάκια της πόλης

mentido, da 1. ε, ψεύτικος, -η, -o, ψευδής, -ή, -ές

de mentirijillas, de mentirillas

1. επρ, στα ψέματα= μτφ, στα αστεία, una discusión de mentirijillas,

μια αψιμαχία στα αστεία

2. μτφ, της πλάκας, elecciones de mentirijillas, εκλογές της πλάκας

mentiroso, sa 1. ε, α θ, για άτομο που ψεύδεται ή λέει ψέματα, ψευταράς, -ού,

eres tan mentiroso que no creo nada de lo que dices,

είσαι τόσο ψευταράς που δεν πιστεύω τίποτα από όσα λες

2. ψευδής, -ής, -ές, ψεύτικος, -η, -o, Su conducta mentirosa, Η ψεύτικη συμπεριφορά του

3. παραπλανητικός, -ή, -ó, ξεγελαστικός, -ή, -ό,

su apacible aspecto es mentiroso, η ήρεμη του όψη είναι ξεγελαστική

números mentirosos, παραπλανητικά νούμερα

4. α θ, ψεύτης, -α

desmentir 1. ρμ, διαψεύδω, El actor no pudo desmentir los rumores de su amorío,

Ο ηθοποιός δεν μπορούσε να διαψεύσει τις φήμες για την σχέση του

2. μτφ, κάτι διαψεύδει> ακυρώνει ή μειώνει το αναφερόμενο, αντικρούει,

Las pruebas desmienten las acusaciones contra el acusado,

Τα στοιχεία αντικρούουν τις κατηγορίες εναντίον των κατηγορουμένων

desmentida 1. θ, διάψευση, una desmentida del director, μια διάψευση του διευθυντή

2. εκφ, dar, hacer una desmentida, κάνω μια διάψευση

publicar una desmentida, δημοσιοποιώ μια διάψευση

desmentido 1. α, διά- ψευση, un desmentido oficial, μια επίσημη διάψευση

mentís 1. α, διά-ψευση

mnemónico, ca, nemónico, ca 1. ε, μνημονικός, -ή, -ó

mnemotecnia, nemotecnia 1. θ, μνημοτεχνική, μνημονική

mnemotécnica, nemotécnica 1. θ, μνημοτεχνική

mnemotécnico, ca, nemotécnico, ca 1. ε, μνημοτεχνικός, -ή, -ó

amnesia 1. θ, αμνησία

amnésico, ca 1.ε, α θ, αμνησιακός, -ή, -ó

amnistía 1. θ, αμνηστία

2. σνθ, amnistía fiscal, αμνηστία φόρου= φορο-απαλλαγή

amnistiar 1. ρμ, αμνηστεύω

amnistiado, da 1. α θ, αμνηστευμένος, -η

dismnesia 1.θ, ιατ, δυσ-μνημία = διαταραχή της μνήμης

paramnesia 1. θ, ιατ, παρα-μνησία

reminiscencia 1. θ, ανά-μνηση, αναπόληση μνήμης

2. εκφ, tener reminiscencias de algo, alguien έχω αναμνήσεις από κάτι, κάποιον

anamnesia 1. θ, ιατ, ανάμνηση

anamnesis 1. θ, ιατ, ανάμνηση

mantis 1. θ, εντ, μάντις προσευχόμενη, αλογάκι της Παναγίας

memento 1. α, πρχ μι-μνήσκω κάποιον ή ηχμ μμμ= προσευχή για νεκρούς και ζωντανούς στους καθολικούς

mentor, ra 1. α θ , μέντορας

muñidor, ra 1. α θ, πρχ μα-μούνι, για άτομο, που φτιάχνει συμφωνίες, ίντριγκες,

προς όφελος του

muñidor 1. α, άτομο που σαν μαμούνι τρέχει να ειδοποιήσει για τελετές, μυστήρια της εκκλησίας

monumento πρχ μνημείο

1. α, μνημείο αγάλματος, κτιρίου, έργου τέχνης

Este monumento fue hecho en honor de los soldados caídos

Αυτό το μνημείο φτιάχτηκε προς τιμήν των πεσόντων στρατιωτών

2. οικ, μτφ, για άτομο ελκυστικό σαν μνημείο, María es un monumento,

η Μαρία είναι κοπελάρα, καλλονή, κορίτσαρος

3. θρη, μτφ, μνημείο για Χριστό= επιτραπέζιος επιτάφιος με όστια στη Δυτική Εκκλησία της Μεγάλης Πέμπτης για να προσφερθεί τη Μεγάλη Παρασκευή

4. εκφ, hacerle un monumento a alguien, κάνω= στήνω μνημείο, ανδριάντα σε κάποιον

monumental 1. ε, μνημειακός, -ή, -ό, μνημειώδης, -ης, -ες

2. μτφ, σαν μνημείο εντυπωσιακός σε διαστάσεις ή προβολή, σημασία,

μνημειώδης, -ης, -ες, τεράστιος, -α, -ο, Asumimos la tarea monumental de limpiar el río,

Αναλάβαμε το τεράστιο έργο του καθαρισμού του ποταμού

monición πρχ μνεία ή μήνυση

1. θ, νομ, προειδοποίηση, σαν να κάνω μνεία για κάτι

monitor, ra , πρχ μόνιτορ> σα μόνιτορ που επιτηρεί ή σαν να μοντάρει= στήνει τα γεγονότα

1. α θ, εκπαιδευτής, -ια, δάσκαλος, -α αθλητικής δραστηριότητας ή πολιτισμικής

2. διοργανωτής, -ια δραστηριοτήτων, πρχ, μονταριστής, -ια

monitor 1. α, πλφ, ιατ, τηλ, τχν, σύστημα ή συσκευή επιτήρησης, παρακολούθησης, μόνιτορ, οθόνη

monitoria 1. θ, μνεία, προειδοποίηση του Πάπα, επισκόπων σε πιστούς

monitorio, ria 1. ε, μτφ, που κάνει μνεία για κάτι, πρχ νουθετικός, -ή, -ό

προειδοποιητικός, -ή, -ό

monitorio 1. α, πρχ νου-θετής, άτομο που νουθετεί, προειδοποιεί

monitorizar 1. ρμ, παρακολουθώ, επιτηρώ, καταγράφω με μόνιτορ

el doctor monitorizó el parto para que no hubiera problemas,

ο ιατρός έλεγξε με μόνιτορ τον τοκετό για να μην υπήρχαν προβλήματα

monitorización 1. θ, παρακολούθηση, επιτήρηση, έλεγχος με ειδικά όργανα

premonición 1. θ, πρχ προ-μνεία για κάτι= προαίσθημα

premonitorio, ria 1. ε, που προ-μνημονεύει για κάτι = προειδοποιητικός, -ή, -ó, προαγγελτικός, -ή, -ó, Tuve un sueño premonitorio de lo que iba a ocurrir, pero lo ignoré,

Είδα ένα όνειρο προειδοποιητικό για το τι επρόκειτο να συμβεί, αλλά το αγνόησα

2. ιατ, για σημάδια, ενδείξεις, που κάνουν μνεία από πριν, προειδοποιητικός, -ή, -ó

admonición 1. θ, πρχ αντι-μνεία, μήνυση για κάτι = προειδοποίηση, επίπληξη

admonitorio, ria 1. ε, πρχ αντι-μνειακός, μηνυτικός= προειδοποιητικός, -ή, -ό,

επιπληκτικός, -ή, -ό

conmonitorio πρχ συν-μνημονικό= κάνω μνεία για κάτι συνολικά

1. α, υπόμνημα

2. απoμνημονεύματα

amonestar πρχ μνήμη-στατώ> νου-στατώ το μυαλό κάποιου

1. ρμ, επιπλήττω, El director de la escuela amonestó a los estudiantes que faltaron a clase,

Ο διευθυντής του σχολείου επέπληξε τους μαθητές που έχασαν το μάθημα

2. δημοσιεύω αναγγελία γάμου, σαν να στέκω μνεία > είδηση,

3. πδφ, παρατηρώ τον παίκτη, Si no quieres que te amonesten en el partido, no hagas faltas,

Αν δεν θέλεις να σε παρατηρήσουν στον αγώνα, μην κάνεις φάουλ

amonestación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του amonestar

amonestaciones 1. θ πλ, αναγγελία γάμου

2. εκφ, publicar las amonestaciones, δημοσιεύω αγγελία γάμου

moneda πρχ μονάδα χρηματική ή κέρμα= νόμισμα

1. θ, νόμισμα σαν νομισματική μονάδα, la moneda de Grecia es el Euro,

το νόμισμα της Ελλάδας είναι το ευρώ

2. νόμισμα σαν κέρμα, una moneda de 5 euros, ένα νόμισμα των 5 ευρώ

3. σνθ, moneda convertible, οκν, μετατρέψιμο νόμισμα

moneda de intercambio, οκν, νόμισμα συναλλαγών

moneda de papel, οκν, χαρτο-νόμισμα

moneda extranjera, οκν, ξένο νόμισμα

moneda falsa, οκν, κάλπικο νόμισμα

4. εκφ, acuñar moneda, οκν, κόβω νόμισμα

pagar a alguien con la misma moneda, πληρώνω κάποιον με το ίδιο νόμισμα

ser moneda común, corriente, είναι σύνηθες φαινόμενο

monedar, monedear 1. ρμ, νομισματο-κοπώ, κόβω νόμισμα

monedero 1. α, πρχ νομισμα-τήριο= πορτοφόλι

amonedar 1. ρμ, νομισματο-κοπώ, κόβω νόμισμα

amonedación 1. θ, νομισματο-κοπία

almoneda πρχ αλ-μονεδα> σα μονάδα πουλώ πράγματα ή αγορά με νόμισμα

1. θ, δημόσιος πλειστηριασμός, δημοπρασία, Compré este cuadro en la almoneda de la plaza Marquez, Αγόρασα αυτόν τον πίνακα σε δημοπρασία στην πλατεία Mαρκέθ

2. πώληση σε χαμηλή τιμή, ξεπούλημα, εκπτώσεις, Amueblé mi casa con artículos que compré en una almoneda, Επίπλωσα το σπίτι μου με πράγματα που αγόρασα σε εκπτώσεις

3. χώρος δημοπρασιών

4. εκφ, vender en almoneda, πουλώ σε δημόσιο πλειστηριασμό,

Las posesiones del conde se vendieron en pública almoneda el 16 de Agosto de 1910,

Τα υπάρχοντα του Κόμη πουλήθηκαν σε δημόσιο πλειστηριασμό στις 16 Αυγούστου 1910

almonedear 1. ρμ, πουλώ σε πλειστηριασμό, σε δημοπρασία, δημοπρατώ,

Vamos a almonedar estos objetos, Πρόκειται να δημοπρατήσουμε αυτά τα αντικείμενα

2. πουλώ με έκπτωση

almonedero, ra 1. α θ, πλειστηριαστής

almonedista 1. α θ, πλειστηριαστής, δημοπράτης

monetario, ria 1. ε, νομισματικός, -ή, -ó

monetario 1. α, πρχ νομισμ-άριο= συλλογή νομισμάτων και μεταλλίων

2. σύνολο από ράφια με συλλογή νομισμάτων, μεταλλίων

monetarismo 1. α, οκν, μονεταρισμός

monetarista 1. ε, α θ, μονεταριστικός, -ή, -ó, μονεταριστής, -ια

monetizar 1. ρμ, οκν, νομισματο-κοπώ

2. κυκλοφορώ νόμιμα ένα νόμισμα

monetización 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του monetizar, νομισματοκοπία

desmonetizar 1. ρμ, οκν, απο-νομισματο-ποιώ

money, monei, moni 1. α, οικ, φράγκα

monis 1. α, οικ, φράγκα, παράς

monstruo πρχ μόστρα= επίδειξη εικόνας ή μόστρα σαν τέρας

1. α, τέρας Los habitantes de las montañas de por aquí hablan de un monstruo que aparece cuando nieva: el yeti, Οι κάτοικοι των βουνών τριγύρω μιλούν για ένα τέρας που εμφανίζεται όταν χιονίζει: το Γέτι

2. τέρας ικανότητας, φαινόμενο, Pelé fue un monstruo del fútbol,

ο Πελέ ήταν ένα τέρας του ποδοσφαίρου

3. μτφ, για άτομο, τέρας ασχήμιας, No pongas esa cara, que mi amiga no es un monstruo,

Μην κάνεις αυτή τη γκριμάτσα, η φίλη μου δεν είναι τέρας

4. μτφ, για άτομο, τέρας ψυχικά, sólo un monstruo pudo cometer ese horrible asesinato,

μόνο ένα τέρας μπορούσε να διαπράξει αυτή τη φρικώδης δολοφονία

5. τέρας διαστάσεων, ese rascacielos es un monstruo,

αυτός ο ουρανοξύστης είναι ένα τέρας

monstruosidad 1. θ, πράξη πολύ άσχημη, τερατούργημα

2. δυσαναλογία σε πράγμα, άνθρωπο, φυσικά ή ηθικά, τερατωδία

monstruoso, sa 1. ε, τερατώδης, -ης, -ες

munster 1. α, τέρας

premonstratense 1. ε, θρη, πρε-μονστρατενσιανός, -ή, -ó

mostrar πρχ μοστράρω= δείχνω

1. ρμ, δείχνω κάτι, το εκθέτω για να το δει, me mostró la joya, μου έδειξε το κόσμημα

2. αποδεικνύω κάτι, las pruebas mostraron la inocencia del acusado,

οι αποδείξεις έδειξαν την αθωότητα του κατηγορουμένου

3. δείχνω συναίσθημα ή ενδιαφέρον για κάτι, mostró su dolor, έδειξε τον πόνο του

4. δείχνω, εξηγώ κάτι, te mostraré el funcionamiento de la nueva máquina de afeitar,

θα σου δείξω την λειτουργία της νέας μηχανής ξυρίσματος

5. ραντ, μοστράρομαι όπως θέλω σε κάποιον, συμπεριφέρομαι με κάποιο τρόπο,

se mostró muy cordial con mis amigos, φέρθηκε πολύ καρδιακά με τους φίλους του,

se ha mostrado muy amable conmigo, έχει συμπεριφερθεί πολύ ευγενικά μαζί μου

6. μοστράρομαι σε κοινό, εμφανίζομαι

muestra πρχ μόστρα

1. θ, δείγμα από προϊόν, εμπόρευμα για να δω την ποιότητα,

le han dado una muestra de detergente para que lo pruebe,

του έδωσαν ένα δείγμα από απορρυπαντικό για να το δοκιμάσει

2. δείγμα αντιπροσωπευτικό από ένα σύνολο

3. έκθεση έργων τέχνης, επίδειξη

4. δείγμα προς αντιγραφή σαν μοντέλο, παράδειγμα, όπως στα σχολεία,

Siguiendo la muestra, el niño hizo el dibujo perfectamente,

Ακολουθώντας το μοντέλο, το παιδί έκανε την ζωγραφιά τέλεια

5. δείγμα, σημάδι, ένδειξη, απόδειξη για κάτι, ésa es una verdadera muestra de amor,

αυτή είναι ένα αληθινό δείγμα αγάπης

6. πινακίδα σε μαγαζιά με πληροφορίες, σαν μόστρα για το εμπόρευμα, επάγγελμα τους

7. σνθ, muestra de sondeo, τχν, δείγμα γεώτρησης

muestra de sangre, δείγμα αίματος

8. εκφ, hacer muestra de algo, αποδεικνύω κάτι

para muestra (basta) un botón, ένα απλό παράδειγμα αρκεί

pasar muestra, στρ, περνάω επιθεώρηση

por la muestra se conoce el paño, από το δείγμα γνωρίζεται το πανί=

πες μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι

mostrador πρχ μοστραδόρος= μέρος που μοστράρονται πράγματα

1. α, τάβλα ή πάγκος σε μαγαζί, για να δείξει τα προϊόντα

2. πάγκος σε μπαρ ή καφέ, για να βάλουν τα ποτά, ροφήματα οι πελάτες

muestreo 1. α, πρχ μοστράρισμα από κάτι= δειγματοληψία

muestrario 1. α, δειγματολόγιο

mostrenco, ca πρχ χωρίς μόστρα

1. ε, μτφ, για άτομο, ζώο, πράγμα, χωρίς μόστρα> ιδιοκτήτη= αδέσποτος, -η, -ο,

αδιόκτητος, -η, -ο, εγκαταλελειμένος, -η, -ο, Un edificio mostrenco en el centro de la ciudad,

ένα εγκαταλελειμμένο κτίριο στο κέντρο της πόλης

2. οικ, μτφ, δεν είναι για να τον μοστράρεις, ατσούμπαλος, -η, -o, αδέξιος, -α, -o,

3. οικ, μτφ, αργόστροφος, -η, -ο, le cuesta estudiar porque es un poco mostrenco,

του είναι δύσκολο να μελετήσει γιατί είναι λιγάκι αργόστροφος

4. οικ, μτφ, χοντρός, -ή, -ó, βαρύς, -ειά, -ύ, está tan mostrenco que casi no puede moverse,

είναι τόσο βαρύς που σχεδόν δεν μπορεί να κινηθεί

5. για αγαθά, χωρίς ιδιοκτήτη, αζήτητος, -η, -ο ή κατασχεμένος, -η, -ο από το κράτος

La ley establece claramente lo que debe hacerse con los bienes mostrencos,

Ο νόμος ορίζει με σαφήνεια τι πρέπει να γίνεται με την αζήτητη περιουσία

demo 1. α θ, πλφ, ντέμο, δείγμα επίδειξης προγράμματος για την προώθησή τους

demostrar πρχ ντε-μοστράρω= επι-δεικνύω κάτι

1. ρμ, αποδεικνύω κάτι, las pruebas demuestran su culpabilidad,

οι αποδείξεις αποδεικνύουν την ενοχή του

2. δείχνω, επιδεικνύω, δείχνω σε κάποιον κάτι υλικό ή κάποια ικανότητα

os demostraré el funcionamiento de la máquina,

θα σας δείξω την λειτουργία της μηχανής

3. μαθ, αποδεικνύω

demostración 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του demostrar

2. ένδειξη, εκδήλωση συναισθήματος

3. επίδειξη δύναμης, ισχύς

4. πλφ, επίδειξη ενός προγράμματος πληροφορικής

4. μαθ, απόδειξη

demostrable 1. ε, αποδεικτέος, -έα, -έο

demostrativo, va 1. ε, για δείγμα από κάτι, ενδεικτικός, -ή, -ó, αντιπροσωπευτικός, -ή, -ó

La actitud de Javier es demostrativa de su inseguridad,

Η στάση του Χαβιέρ ενδεικτική της ανασφάλεια του

2. γρμ, δεικτικός, -ή, -ό, Los pronombres demostrativos en español tienen género,

Οι δεικτικές αντωνυμίες στα ισπανικά έχουν γένος

demostrativo 1. α, δεικτική αντωνυμία

indemostrable 1. ε, πρχ α-μοστράριστος= αν-από-δειχτος, -η, -ο, μη αποδείξιμος, -η, -ο

manía 1. θ, μανία, El psiquiatra le diagnosticó manía al paciente,

Ο ψυχίατρος του διέγνωσε μανία στον ασθενή

2. εκφ, coger manía a alguien, οικ, πιάνω μανία(τικο) σε κάποιον, μου προκαλεί αντιπάθεια

tener manía a alguien, οικ, κρατάω μανία σε κάποιον, αποστρέφομαι

maníaco, ca, maniaco, ca 1. ε, α θ, μανιακός, -ή, -ó

maníaco-depresivo, va 1. ε, α θ μανιο-καταθλιπτικός, -ή, -ó,

maniático, ca 1. ε, α θ, μανία με κάτι = μανιακός, -ή, -ό , φανατικός, -ή, -ό

mi hermano es maniático del fútbol, ο αδερφός μου είναι φανατικός του ποδοσφαίρου

manicomio 1. α, πρχ μανια-κομείο= ψυχιατρικό άσυλο, φρενο-κομείο

2. οικ, μτφ, για μέρος με πολύ βαβούρα ή αταξία= φρενοκομείο, τρελοκομείο

monomaniaco, ca, monomaniaco, ca 1. ε, α θ μονομανιακός, -ή, -ó

monomaniático, ca 1. ε, α θ, μονομανιακός, -ή, -ó

cleptomanía 1. θ, κλεπτομανία

cleptomaníaco, ca 1.ε, κλεπτομανιακός, -ή, -ό

cleptómano, na 1. ε, α θ, κλεπτομανής, -ής, -ές

musa 1.θ, κυρ, μτφ μούσα

musas 1. θ πλ, τεχ, Μούσες

museístico, ca 1. ε, μουσειακός, -ή, -ó

museo 1. α, μουσείο τέχνης, ιστορίας, επιστήμης

museografía 1. θ, μουσειογραφία

museología 1. θ, μουσειολογία

museólogo, ga 1. α θ, μουσειολόγος

música 1. θ, μουσική

2. σνθ, música celestial, μτφ, οικ, μουσική ουράνια= ωραία λόγια του αέρα

ή κυρ, ουράνια μελωδία

música de cámara, μουσική δωματίου

música electrónica, ηλεκτρονική μουσική

música instrumental, vocal ορχηστρική, φωνητική μουσική

música ligera, ελαφρά μουσική

3. εκφ, irse con la música a otra parte, οικ, μτφ, ¡vete con la música a otra parte!

άντε vα δεις αν έρχομαι!

la música amansa a las fieras, η μουσική ημερεύει τα θηρία

poner música a, ντύνω μουσικά, poner música a la letra, ντύνω μουσικά τους στίχους

musiquilla 1. θ, μουσικ-ούλα

músical 1. ε, μουσικός, -ή, -ó, grupo músical, μουσικό συγκρότημα

2. α, μιούζικαλ

murga 1. θ, πρχ μουσ-άγω= περιοδεύουσα κομπανία, φάλτσων μουσικών

2. οικ, μτφ, μουργέλα, βαρεμάρα

3. μούργα

4. μτφ, οικ, dar la murga a alguien> μουργάρω= ενοχλώ κάποιον

ser una murga, είμαι μούργα= ενοχλητικός

murguista 1. α θ, πλανόδιος, -α μουσικός

músico, ca 1. α θ, μουσικός

2. músico callejero, μουσικός του δρόμου

músicalidad 1. θ, μουσικότητα

musicalizar 1. ρμ, μουσικο-ποιώ, μελοποιώ

musicalización 1. θ, μουσικοποίηση, μελοποίηση

músicalmente 1. επρ, μουσικά

musicar 1. ρμ, μουσικοποιώ

musicación 1. θ, μουσικοποίηση, μελοποίηση

músicasete, músicasette α μουσική κασέτα

music-hall 1. α, μιούζικ χολ

musicografía 1. θ, μουσικογραφία

musicógrafo, fa 1. α θ, μουσικογράφος

musicología 1. θ, μουσικολογία

musicológico, ca 1. ε μουσικολογικός, -ή, -ó

musicólogo, ga 1. α θ, μουσικολόγος

musicomanía 1. θ, μουσικομανία

musicómano, na 1. α θ, μουσικομανής

musicoterapia 1. θ, μουσικοθεραπεία

músicovocal 1. ε, μουσικο-(ορχηστρικο)-φωνητικός, -ή, -ó

cancamusa 1. θ, πρχ καν-κα-μουσα> κάνω(σαν την)-μούσα= τέχνασμα, κόλπο, επειδή οι μούσες έπλεκαν την μοίρα

ménade 1. θ, λογ, Μαινάδα, γυναίκα σε μένος

2. μυθ, Μαινάδα

Scroll to Top