MENDRUGO

MENDRUGO= ΠΡΧ ΜΑΝΤΡΑΧΑΛΟΣ> ΧΟΝΤΡΟ-ΚΕΦΑΛΟΣ Ή ΞΕΡΟ ΨΩΜΙ

mendrugo 1. α, ξεροκόμματο, necesito unos mendrugos para hacer la sopa de cebolla,

χρειάζομαι μερικά ξεροκόμματα για να κάνω την σούπα κρεμμυδιού

2. οικ, μτφ, χοντροκέφαλος, se lo he explicado pero como es un mendrugo no lo entiende,

του το έχω εξηγήσει αλλά επειδή είναι ενας χοντροκέφαλος δεν το καταλαβαίνει

3. εκφ, por un mendrugo de pan, για ένα ξεροκόμματο

ser un mendrugo, είμαι χοντροκέφαλος

almodrote 1. α, σάλτσα με λάδι, σκόρδο κ.λπ. που συνοδεύει μελιτζάνες

Scroll to Top