ΜEDIO= ΡΙΖΑ ΜΕΔ> ΜΕΣΟ, ΜΕΣΑΙΟ, ΜΕΤΡΟ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
médium 1. α θ, μέντιουμ, μάντης, επειδή γίνεται μέσον επικοινωνίας με τον άλλο κόσμο,
visitó a una médium porque quería ponerse en contacto con su difunto esposo,
επισκέφτηκε ένα μέντιουμ επειδή ήθελε να έρθει σε επαφή με τον αποθανόντα σύζυγο της
medio 1. α, μέσον, μέση σημείου, χώρου, Se encontraron en el medio del parque,
Συναντήθηκαν στη μέση του πάρκου
2. μισό από κάτι, parta el queso por la mitad y deme un medio,
Κόψε το τυρί στη μέση και δώσε μου το μισό
3. μέσο, μέθοδος, se sirvió de medios violentos para obligarle a declarar,
Χρησιμοποίησε βίαια μέσα για να τον αναγκάσει να καταθέσει
4. βιο, μέσο περιβάλλον, las aves viven en un medio aéreo y los peces en un medio acuoso,
Τα πουλιά ζουν σε εναέριο περιβάλλον και ψαρεύουν σε υδάτινο περιβάλλον
5. μέσος όρος στα μαθηματικά
6. κύκλοι, medios aristocráticos, κύκλοι αριστοκρατικοί
7. μέσα για να κάνω κάτι, medios de transporte, μέσα μεταφοράς,
El profesor prefiere el correo electrónico como medio de comunicación,
Ο καθηγητής προτιμά το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ως μέσο επικοινωνίας
8. α πλ, οκν, πόρους, tiene los medios suficientes para hacer frente a una hipoteca elevada,
έχει επαρκείς πόρους για να αντεπεξέλθει σε ένα υψηλό στεγαστικό δάνειο
9. α θ, μέσος, παίκτης στο ποδόσφαιρο και άλλα αθλήματα,
Los medios tienen que circular el balón mejor si quieren ganar,
Οι μέσοι πρέπει να κυκλοφορούν καλύτερα την μπάλα αν θέλουν να κερδίσουν
10. μέντιουμ
1. ε, μισός, -ή, -ό από κάτι, se bebió media botella de vino, Ήπιε μισό μπουκάλι κρασί
ya he leído medio libro, Έχω ήδη διαβάσει μισό βιβλίο
con media docena de huevos es suficiente, Μισή ντουζίνα αυγά είναι αρκετά
ή μτφ, μισό> πολύ, vino a verle medio pueblo, ήρθε να τον δει το μισό χωριό
ή μτφ, μισο> no hables con medias palabras, μην μιλάς με μισό-λογα
2. μέσος, -η, -ο, μεσαίος, -α, -ο, pertenece a la clase media, ανήκει στη μεσαία τάξη,
su padre tiene una edad media, ο πατέρας του είναι μεσήλικας
μέση θερμοκρασία, media temperatura
tengo un seis como nota media de la evaluación,
έχω έξι ως μέσο όρο βαθμολογίας για την αξιολόγηση
el dedo medio, το μέσο δάκτυλο
medio 1. επρ, μισό, llegó medio mareada, έφτασε μισο-ζαλισμένη
2. εκφ, de medio a medio, εντελώς, te equivocas de medio a medio, λαθεύεις εντελώς
en medio, εν μέσω, στη μέση, le dio un mareo en medio de la conferencia,
είχε μια ζαλάδα στη μέση του συνεδρίου
a medio, μισό, el pollo está todavía a medio asar, το κοτόπουλο είναι ακόμα μισοψημένο
a medio camino me encontré a un amigo, στα μισά της διαδρομής συνάντησα έναν φίλο
de por medio ή por medio ή por en medio, στην μέση,
en este asunto hay dinero de por medio, σε αυτή την υπόθεση υπάρχει χρήμα στην μέση
hubo gente que se puso por medio para evitar la pelea,
υπήρξε κόσμος που μπήκε στην μέση για να αποτρέψει τον καυγά
ni medio, ούτε μισό> καθόλου, esto no está ni medio bien, αυτό δεν είναι καθόλου καλά
poner los medios para una cosa, θέτω σε εφαρμογή, βάζω τα μέσα για κάτι,
puso los medios para prevenir el desastre,
έθεσε σε εφαρμογή τα μέσα για την αποτροπή της καταστροφής
por medio de, δια μέσω του, με την βοήθεια, lo consiguió por medio de una ayuda estatal,
το απέκτησε δια μέσω μιας κρατικής ενίσχυσης
media 1. θ, μακριά κάλτσα γυναικεία, επειδή καλύπτει το μισό πόδι
2. κάλτσα απλή
3. μέσος όρος σε κάτι
4. πλ, medias, καλσόν, la novia llevaba medias blancas, η νύφη φορούσε άσπρα καλσόν
5. εκφ, a medias, μισά μισά, pagaremos los gastos del piso a medias,
θα πληρώσουμε τα έξοδα μισά μισά
ή μισό, dormido a medias, μισο κοιμισμένος
στα μισά, στη μέση, dejó el trabajo a medias, άφησε την δουλειά στα μισά,
medial 1. ε, μεσοσύμφωνο, -η, -ος, σύμφωνο στο μέσο της λέξης
2. θ, μεσοσύμφωνο
mediero , -ra 1. α θ, πωλητής, -ια καλτσών, καλσόν
2. κατασκευαστής κάλτσας, καλσόν
3. καλλιεργητής γης με μισή ιδιοκτησία, επειδή έχει το μισό μερίδιο
mediería 1. θ, καλτσάδικο, καλσονάδικο
mediano, -na 1. ε, μεσαίος, -α, -ο για ποιότητα, μέγεθος,
altura mediana, μεσαίο ύψος, ανάστημα
compró un coche de mediana cilindrada, αγόρασε ένα αυτοκίνητο μεσαίου κυβισμού
2. μέτριος, -α, -ο, la película era bastante mediana, η ταινία ήταν αρκετά μέτρια
3. μεσαίος, -α, -ο, για τοποθέτηση στον χώρο, μεσαία γραμμή, linea mediana
mediana 1. θ, γμτ, μέση γραμμή, διάμεσος
2. νησίδα δρόμου, επειδή βρίσκεται στο μέσον,
se le reventó una rueda y fue a chocar contra la mediana,
του έσκασε ένα λάστιχο και πήγε να πέσει πάνω στη νησίδα
medianamente 1. επρ, μετρίως
medianedo 1. α, μέση γραμμή, όριο που διαιρεί κάτι
medianejo, -ja 1. ε, υπο-μέτριος, -α, -ο, μετριότατος, -η, -ο
medianería 1. θ, μεσότοιχος
2. μεσοφράχτης
medianero, ra 1. ε, μεσότερος, -η, -ο, ενδιάμεσος, -η, -ο, διαχωριστικός, -ή, -ό,
las fincas están separadas por una tapia medianera,
Τα αγροκτήματα είναι χωρισμένα από ένα ενδιάμεσο τείχος
2. ενδιάμεσος, -η, -ο σε 2 πλευρές, άτομα, μεσολαβητικός, -ή, -ό
3. α θ, μεσολαβητής, -ια
4. α, μεσότοιχος, μεσο-φράχτης
5. α θ, γειτονικός ιδιοκτήτης σπιτιού με μεσότοιχο
6. καλλιεργητής με μισό μερίδιο
medianeza 1. θ, μεσότητα σε κάτι, ανάμεσα σε δύο άκρα, μέσο σημείο, μέση,
¿Existe una medianía entre capitalismo y socialismo?
Υπάρχει κάποια μέση μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού;
2. μετριότητα σε απόδοση, Odiaría ser una medianía, Θα μισούσα να ήμουν μια μετριότητα,
Su labor artística en este período se caracterizó por la medianía,
Το καλλιτεχνικό του έργο σε αυτή την περίοδο χαρακτηριζόταν από μετριότητα
3. άτομο με μέτρια εμφάνιση οπτική σε ρουχισμό
medianía 1. θ, medianeza
medianidad 1. θ, medianía
medianil 1. α, μεσοτοιχία
2. τυπ, μέσο περιθώριο
medianista 1. α, μετριοσταθής, αρχαίος φοιτητής μέσης κλίμακας γραμματικής
mediocre 1. ε, μέτριος, -α, -ο, nos alojaron en un hotel pequeño y mediocre,
μας φιλοξένησαν σε ένα μικρό, μέτριο ξενοδοχείο.
2. μέτριος, -α, -ο σε απόδοση, νοημοσύνη, es un trabajador mediocre,
είναι ένας μέτριος εργάτης
mediocremente 1. επρ, μετρίως
mediocridad 1. θ, μετριότητα
mediar 1. ρα, να φτάσει ένα πράγμα στο μέσον της πορείας του,
al mediar la tarde, paramos, όταν φτάσει το μέσο του απογεύματος, σταματάμε,
Mediaba el año 2015 cuando nos fuimos al extranjero,
Ήταν στα μέσα του 2015 όταν φύγαμε στο εξωτερικό
2. μεσολαβεί χρονικά μια περίοδος, medió media hora, μεσολάβησε μισή ώρα
3. μεσολαβώ υπέρ κάποιου, ha mediado con la empresa para que contraten a su hijo,
Έχει μεσολαβήσει με την εταιρεία για να προσλάβουν τον γιο του
4. μεσολαβώ για να λύσω πρόβλημα ανάμεσα σε δύο μέρη, medió entre las dos familias,
μεσολάβησε μεταξύ των δύο οικογενειών
5. μεσολαβώ, να περάσει μια περίοδος χρονική ανάμεσα σε δύο γεγονότα,
mediaron varias horas entre la llegada del primero y la del último,
μεσολάβησαν αρκετές ώρες μεταξύ της άφιξης του πρώτου και του τελευταίου,
6. μεσολαβώ, Entre estos dos hechos medió su llamada,
Ανάμεσα σε αυτά τα δύο γεγονότα μεσολάβησε το τηλεφώνημά του
7. είναι στη μέση, μεσολαβεί, entre el uno y el otro median opiniones muy distintas,
μεταξύ του ενός και του άλλου μεσολαβούν, υπάρχουν πολύ διαφορετικές απόψεις
8. συμμετέχω, παρεμβαίνω, μεσολαβώ, En el cambio climático media la mano del hombre,
Στην κλιματική αλλαγή μεσολαβεί το ανθρώπινο χέρι
9. ρμ, πάω στη μέση κάτι, Medió el vaso de un sorbo, Μισοάδειασε το ποτήρι με μια γουλιά
mediación 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του mediar
la mediación de las organizaciones internacionales ha sido determinante para la solución del conflicto, Η διαμεσολάβηση διεθνών οργανισμών ήταν καθοριστική για την επίλυση της σύγκρουσης
mediado, -da 1. ε, μισογεμάτο, -η, -ος, μισο-τελειωμένο, -η, -ος,
podemos llegar al próximo pueblo. El tanque de nafta está mediado,
Μπορούμε να φτάσουμε στην επόμενη πόλη. Η δεξαμενή βενζίνης είναι μισογεμάτη
2. μεσούσης, -σα, -ση, Mediado el día, los obreros se tomaron un descanso para almorzar,
Στη μέση, μεσούσης της ημέρας, οι εργάτες έκαναν διάλειμμα για μεσημεριανό γεύμα
mediador, ra 1. α θ, δια-μεσολαβητής, -ια, που παρεμβαίνει για να λύσει ένα πρόβλημα,
Los enfrentamientos familiares llegaron al punto de que hizo falta un mediador
Οι οικογενειακές διαμάχες έφτασαν σε σημείο που χρειάστηκε ένας διαμεσολαβητής
2. ε, μεσολαβητικός, -ή, -ό
mediante 1. πρθ, μέσω, διαμέσου, he podido comprar el piso mediante un préstamo,
μπόρεσα να αγοράσω το διαμέρισμα διαμέσου ενός δανείου
mediato, ta 1. ε, έμμεσος, -η, -ο, εγγύς, κοντινός, -η, -ο, σε χώρο, χρόνο, βαθμό,
No mañana, pero en el futuro mediato veremos los resultados de nuestro trabajo,
Όχι αύριο, αλλά στο εγγύς μέλλον θα δούμε τα αποτελέσματα της δουλειάς μας
mediatamente 1. επρ, εμμέσως, έμμεσα, su interés se manifiesta mediatamente,
το ενδιαφέρον του εκδηλώνεται εμμέσως
mediatizar 1. ρμ, μπαίνω στην μέση, επηρεάζω, παρεμβαίνω σε λειτουργία κάποιου ή κάτι,
su aparición en la empresa mediatizó la función del director,
η εμφάνισή του στην εταιρεία επηρέασε τον ρόλο του διευθυντή,
la opinión de sus padres mediatizó siempre sus propias decisiones,
η γνώμη των γονιών τους επηρέαζε πάντα τις δικές τους αποφάσεις
2. μεσο-θέτω την εξουσία μου σε κάποιο κράτος, θέτω υπό τον έλεγχο μου
mediatización 1. θ, πράξη και αποτέλεσμα του mediatizar
mediático, ca 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με τα μέσα επικοινωνίας, μεσο-επικοινωνιακός, -ή, -ό,
La campaña mediática en contra del candidato presidencial tuvo poco efecto en el resultado electoral, Η μεσο-επικοινωνιακή καμπάνια, εκστρατεία των μέσων ενημέρωσης κατά του υποψηφίου για την προεδρία είχε μικρή επίδραση στο αποτέλεσμα των εκλογών
mediator 1. α, παιχνίδι τράπουλας
mediatriz 1. θ, γμτ, διάμεσος ευθεία κάθετος
Comedio 1. α, πρχ συ-μεσο> σημείο μέσο μεταξύ 2 μερών, κατάμεσο, κέντρο,
la ciudad estaba en el comedio de la provincia, η πόλη βρισκόταν στο κέντρο της επαρχίας
2. χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ δύο γεγονότων, εποχών, μεσόχρονο
Comediar 1. ρμ, μοιράζω σε δύο μέρη ίσα, μισο-μοιράζω
Demediar 1. ρμ, διμεσίζω κάτι, το χωρίζω σε μισά
Dimidiar 1. ρμ, Demediar
Entremedio, dia 1. ε, ενδιάμεσο, -η, -ος χρονικά, χωρικά
2. επρ, ανάμεσα, No estoy de acuerdo con ninguno de los dos, mi postura está entremedio,
Δεν συμφωνώ με κανέναν από τους δύο, η θέση μου είναι ανάμεσα, κάπου στη μέση
3. ενδιάμεσα χρονικά, Se fue a las dos y volvió a las cuatro, pero entremedio comió,
Έφυγε στις δύο και επέστρεψε στις τέσσερις, αλλά ενδιάμεσα έφαγε
Entremedias 1. επρ, ανάμεσα χρονικά, χωρικά
2. εκφ, de, por entremedias de, ανάμεσα σε, μεταξύ
Entremediar 1. ρμ, ενδο-μεσοθετώ κάτι, το θέτω ανάμεσα
entremediano, -na 1. ε, ανάμεσος, -η, -ο σε 2 άκρα
inmediato, ta 1. ε, άμεσος, -η, -ο, σε αντίδραση, ενέργεια,
Este es un analgésico de acción inmediata, Αυτό είναι ένα άμεσο αναλγητικό
2. άμεσος, -η, -ο, σε χώρο, γειτονικός, κοντινός, -ή, -ό, διπλανός, -ή, -ό,
Escuchamos ruidos extraños provenientes de la habitación inmediata,
Ακούσαμε περίεργους θορύβους από το διπλανό δωμάτιο
inmediatamente 1. επρ, άμεσα στο χρόνο, χώρο
inmediatez 1. θ, αμεσότητα
inmediación 1. θ, αμεσότητα, La radio se caracteriza por su inmediación,
Το ραδιόφωνο χαρακτηρίζεται για την αμεσότητα του
El uso que el director hace de la cámara pretende transmitir inmediación,
Η χρήση που ο σκηνοθέτης κάνει της κάμερας επιδιώκει να μεταδώσει αμεσότητα
2. αμεσότητα στον χώρο, πλ, τα άμεσα μέρη, κοντινά, περίχωρα, inmediaciones,
El detective encontró casquillos de bala en las inmediaciones,
Ο ντετέκτιβ βρήκε κάλυκες σφαίρας στην περιοχή, στο κοντινό χώρο
intermedio, dia 1. ε, ενδιάμεσος, -η, -ο, μέτριος, -α, -ο, μεσαίος, -α, -ο,
Solo tenía dinero para comprar un celular de precio intermedio,
Είχα χρήματα μόνο για να αγοράσω ένα κινητό τηλέφωνο μεσαίας τιμής
2. ενδιάμεσος, -η, -ο, ¿Estudias portugués? Sí, estoy en el nivel intermedio,
Σπουδάζεις πορτογαλικά; Ναι, είμαι στο ενδιάμεσο επίπεδο
3. α, ενδιάμεσο, μεσοδιάστημα σε διαδικασία, δραστηριότητα
4. α, ενδιάμεσο διάλλειμα σε παράσταση, σινεμά, No pude esperar hasta el intermedio para ir al baño, Δεν μπορούσα να περιμένω το διάλειμμα για να πάω στην τουαλέτα
5. ενδιάμεσο διάλλειμα για διαφημίσεις
intermediar 1. ρα, ενδο-μεσούμαι σε κάτι, μεσολαβώ,
Si bien Sánchez intermedió, las partes no lograron resolver sus diferencias,
Αν και ο Σάντσες μεσολάβησε, τα μέρη δεν μπόρεσαν να επιλύσουν τις διαφορές τους
intermediación 1. θ, μεσολάβηση
intermediado, da 1. ε, ενδιάμεσος, -η, -ο
intermediador, ra 1. ε, δια-μεσολαβητικός, -ή, -ό
2. α θ, δια-μεσολαβητής, -ια
intermediario, -ria 1. ε, δια-μεσολαβητικός, -ή, -ό
2. α θ, δια-μεσολαβητής, -ια, μεσάζοντας
promedio 1. α, περι-μεσο, μέσος όρος σε μέτρηση,
para calcular el promedio, suma ambos números y divide el resultado por dos,
Για να υπολογίσετε τον μέσο όρο, προσθέστε και τους δύο αριθμούς και διαιρέστε το αποτέλεσμα με το δύο
2. μέσο σημείο σε χώρο, En el promedio del camino a Barcelona, paramos a tomar café
Στο μέσο της διαδρομής προς τη Βαρκελώνη, σταματήσαμε να πιούμε καφέ
promediar 1. ρμ, περι-μεσο-λογίζω, υπολογίζω τον μέσο όρο, έχω σαν μέσο όρο,
Tras promediar las notas de los alumnos, les informé que habían aprobado todos,
Αφού υπολόγισα τον μέσο όρο των βαθμών των μαθητών, τους ενημέρωσα ότι όλοι είχαν περάσει
para que el resultado sea fiable, hay que promediar los datos de la última década,
Για να είναι αξιόπιστο το αποτέλεσμα, πρέπει να υπολογιστεί ο μέσος όρος των δεδομένων της τελευταίας δεκαετίας
Las temperaturas en la ciudad en verano promedian los 38ºC,
Οι θερμοκρασίες στην πόλη το καλοκαίρι έχουν σαν μέσο όρο τους 38ºC
2. μεσομοιράζω σε 2 ίσα μέρη κάτι, promedió su dinero y lo repartió,
μεσομοίρασε τα χρήματα του και τα μοίρασε
3. ρα, περι-μεσίζει χρονικά κάτι, βρίσκεται, φτάνει στο μέσο της περιόδου του,
al promediar el mes de agosto, se irán de vacaciones,
όταν φτάσει το μέσο του Αυγούστου θα φύγουν για διακοπές
4. μεσολαβώ, promedió de forma imparcial entre las familias,
μεσολάβησε με τρόπο αμερόληπτο, αμερόληπτα μεταξύ των οικογενειών
remedio 1. α, πρχ περι-μετρο για κάτι= φάρμακο, αντίδοτο, γιατρικό,
el mejor remedio contra el dolor de cabeza es dormir mucho,
το καλύτερο φάρμακο κόντρα στον πονοκέφαλο είναι να κοιμηθείς πολύ,
un remedio contra la tos, ένα φάρμακο κατά του βήχα
remedio casero, σπιτικό φάρμακο, γιατροσόφι
2. μτφ, αντίδοτο, λύση, αντίμετρο για κάτι, este problema tiene un remedio fácil,
αυτό το πρόβλημα έχει μια λύση εύκολη
el remedio de una situación, το αντίδοτο σε μια κατάσταση
3. μτφ, περι-μετρος σε κάποιον> βοήθεια, καταφύγιο σε δύσκολες στιγμές,
la familia es su remedio, η οικογένεια είναι το καταφύγιο του
4. επιλογή, εναλλακτική, No quedó otro remedio más que amputarle la pierna,
Δεν έμεινε άλλη επιλογή από το να ακρωτηριάσουν το πόδι του
5. νομ, ένδικο μέσο
6. εκφ, no hay remedio, δεν υπάρχει γιατρειά
es peor el remedio que la enfermedad, η θεραπεία είναι χειρότερη από την αρρώστια
no tener más remedio, δεν υπάρχει άλλη λύση, δεν έχω άλλη επιλογή,
no tengo más remedio que sancionar tus ausencias,
Δεν έχω άλλη επιλογή από το να τιμωρήσω τις απουσίες σου
no tener remedio, για άτομο, δεν έχει γιατρειά, είναι ανίατη περίπτωση
ή για πρόβλημα, κατάσταση, δεν έχει λύση, είναι άλυτο
poner remedio a, θέτω αντίμετρο σε> επανορθώνω, διορθώνω, προλαμβάνω,
hay que poner remedio a esta situación o acabaremos todos locos,
πρέπει να διορθώσουμε αυτή την κατάσταση, αλλιώς θα τρελαθούμε όλοι
¡qué remedio!, τι αντίμετρο(να έχω)> δεν μπορώ να κάνω αλλιώς,
tengo que irme, ¡qué remedio! πρέπει να φύγω, δεν μπορώ να κάνω αλλιώς!
¡qué remedio me queda? τι άλλο μου μένει (σαν επιλογή)?
todo tiene remedio menos la muerte, για όλα υπάρχει γιατρειά εκτός από το θάνατον
como último remedio, ως τελευταία, ύστατη λύση, σαν ύστατο μέσο σωτηρίας,
les pediré dinero como último remedio si no me conceden el préstamo,
θα τους ζητήσω λεφτά ως τελευταία λύση αν δεν μου χορηγήσουν το δάνειο
sin remedio, οπωσδήποτε, tienes que ir sin remedio a la reunión,
πρέπει να πας οπωσδήποτε στη συνάντηση
remediar 1. ρμ, πρχ περι-θέτω μέτρο σε κάτι για να το επισκευάσω, διορθώσω,
= επανορθώνω, διορθώνω, επισκευάζω, pudo remediar el aparato por poco dinero,
μπόρεσε να επισκευάσει την συσκευή για λίγα χρήματα
2. μτφ, επανορθώνω, διορθώνω, si puedes remediarlo, no vayas a esa cita,
αν μπορείς να το διορθώσεις, μην πάς σε αυτή την συνάντηση
remediar una situación, επανορθώνω μια κατάσταση
3. μτφ, περι-μετρώ> δίνω αντίμετρο> μέσο βοηθείας σε κάποιον, βοηθώ, φροντίζω,
pudo remediar a los heridos gracias a sus conocimientos de primeros auxilios,
Μπόρεσε να φροντίσει τους τραυματίες χάρη στις γνώσεις του στις πρώτες βοήθειες
La psicóloga remedió mis problemas de ansiedad en varias sesiones de terapía,
Ο ψυχολόγος φρόντισε τα προβλήματα άγχους μου σε αρκετές συνεδρίες θεραπείας
4. μτφ, θέτω αντίμετρο σε κάτι> αποφεύγω, αποτρέπω, εμποδίζω,
no puedo remediar entristecerme cuando lo pienso,
Δεν μπορώ να αποτρέψω να λυπηθώ όταν το σκέφτομαι
5. εκφ, no poder remediar algo, δεν μπορώ να αποσοβήσω, αποτρέψω κάτι,
no pudo remediar que se pelearan, δεν μπόρεσε να τους αποτρέψει να τσακωθούν
no pude remediarlo, δεν μπόρεσα να κρατηθώ, να το αποφύγω
remediador, ra 1. ε, α θ, επανορθωτικός, -ή, -ό, επιδιορθωτής, επιδιορθώτρια
remediable 1. ε, θεραπεύσιμος, -η, -ο, επανορθώσιμος,-η, -ο, ιάσιμος, -η, -ο
remediavagos 1. α, σχολικό βοήθημα, επειδή δίνει αντίμετρο στους τεμπέληδες μαθητές
irremediable 1. ε, ανεπανόρθωτος, -η, -o, αθεράπευτος, -η, -o,
Lo encarcelaron por un delito que no cometió. Εs un daño irremediable,
Τον φυλάκισαν για ένα έγκλημα που δεν διέπραξε. Είναι μια ανεπανόρθωτη ζημιά
2. ιατ, αθεράπευτος, -η, -o, ανίατος, -η, -o
irremediablemente 1. επρ, ανεπανόρθωτα
Almiar 1. α, θημωνιά, επειδή έχει στην μέση ένα κοντάρι και γύρω του μαζεύεται το στάχυ
almiarar 1. ρμ, μαζεύω το στάχυ, θημονιάζω
mainel 1. α, ατκ, διάστυλο, μεσόστυλο
2. στήριγμα, κουπαστή σε σκάλα, επειδή συνήθως βρίσκεται στην μέση
medalla 1. θ, μετάλλιο
medallero 1. α, λίστα μεταλλίων κάθε χώρας
medallista 1. α θ, κάτοχος μεταλλίου
medallón 1. α, μενταγιόν
2. ατκ, ανάγλυφο με σχήμα μεταλλίου, στρογγυλό
3. μερίδα τροφής κομμένη σαν μενταγιόν, στρογγυλή, ροδέλα
mejana 1. θ, πρχ με-χανα> μεσο-χωρινα> μεσό-νησίδα, νησίδα στο μέσο ποταμού
mesana 1. θ, ναυ, μετζάνα, ιστίο στο μέσο του πλοίου
2. ιστός επιδρόμου
Contramesana 1. θ, ναυ, κοντρα-μετζανα, ιστίο ανάμεσα σε πρύμνη και μετζάνα
Sobremesana 1. θ, ναυ, γάμπια της μετζάνας, υπερ-μετζανα
meso- 1. λεξικό πρόθεμα που σημαίνει μέσο, μεσαίο, διάμεσο
mezzosoprano 1. α, μεσοσοπράνο, μεσόφωνος
mesón 1. α, φσκ, μέσον> μόριο ανάμεσα σε ηλεκτρόνιο, πυρήνα