MAZACOTE

MAZACOTE= ΠΡΧ ΜΑΖΑ-ΚΟΤΕ> ΜΑΖΙΚΟ> ΜΑΖΑ ΑΠΟ ΚΑΤΙ> ΜΑΖΑ ΠΟΛΛΩΝ ΥΛΙΚΩΝ,

ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

mazacote πρχ μαζο-κατα-σκευή

1. α, κατ, μπετόν, σκυρόδεμα, σαν μάζα από υλικά

2. οικ, για αντικείμενο, κτίριο, για κάτι χωρίς κομψότητα, σαν μάζα από κάτι,

un mazacote de viviendas, ένα τσιμεντένιο κατασκεύασμα κατοικιών

3. μαγ, οικ, για πιάτο χωρίς φροντίδα, la sopa es un mazacote,

η σούπα είναι μια μάζα από κάτι

4. οικ, για άτομο, μπελάς, ενοχλητικός, ζαλάδας, σαν ματσακόνι που χτυπά,

no sé cómo aguantar a ese mazacote, δεν ξέρω πως να αντέξω αυτόν τον ενοχλητικό

amazacotado, da 1. ε, μτφ, για φαγητό, υλικό, πηχτός, -ή, -ό, κολλώδης, -ης, -ες,

la masa del pan quedó muy amazacotada, η ζύμη του ψωμιού βγήκε πολύ πηχτή

2. για υλικό, βαρύς, -ιά, -ύ, un colchón de lana amazacotado, ένα βαρύ μάλλινο στρώμα

3. λγτ, με πολύ μάζα πληροφοριών, λεπτομερειών, βαρύς, -ιά, -ύ, ανιαρός, -ή, -ó,

las amazacotadas novelas decimonónicas, τα ανιαρά μυθιστορήματα του 19ου αιώνα

4. τεχ, με πολλά στοιχεία, πληθωρικός, -ή, -ό, κατάφορτος, -η, -o,

un retablo barroco amazacotado, ένα τέμπλο με φορτωμένο διάκοσμο

masicote 1. α, χημ, μονοξείδιο του μολύβδου

Scroll to Top