MAÑANA= ΠΡΧ ΡΙΖΑ ΜΑ> Η-ΜΕΡΑ, ΠΡΧ ΜΑ-ΝΙΑΝΑ> (ΕΒΔΟ)-ΜΑΣ> ΗΜΕΡΑ, ΠΡΩΙ,
ΠΡΧ ΜΕΣΤΟΣ, ΩΡΙΜΟΣ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
mañana πρχ 7-μας> εβδο-μάς> μας= μέρα> πρωί
1. θ, πρωί ημέρας, tengo ocupada toda la mañana, έχω κλεισμένο όλο το πρωί
2. χρόνος από μεσάνυχτα μέχρι πρωί, ξημέρωμα,
este bar no cierra hasta las cinco de la mañana,
αυτό το μπαρ δεν κλείνει μέχρι τις 5 το πρωί,
me acosté a las cuatro de la mañana, πήγα για ύπνο στις τέσσερις το πρωί
3. πρωινό σαν χρόνος, he trabajado toda la mañana, δούλευα όλο το πρωινό
4. εκφ, a la mañana siguiente, το επόμενο πρωί
de la mañana a la noche, από το πρωί ως το βράδυ
de mañana, νωρίς,
muy de mañana, πολύ πρωί ή κατά το πρωί
mañana, tarde y noche, πρωί, μεσημέρι, βράδυ
por la mañana, (κατά) το πρωί, estudio por la mañana, μελετώ το πρωί
ayer por la mañana, χθες το πρωί
mañana 1. α, πρχ η ημέρα σαν αύριο, μτφ, μέλλον, ¿qué nos deparará el mañana?
τι θα μας φέρει το αύριο, μέλλον
la tecnología del mañana, η τεχνολογία του αύριο, του μέλλοντος
Nadie conoce el mañana, κανείς δεν γνωρίζει το αύριο, μέλλον
no pienso en el mañana, δεν σκέφτομαι το αύριο, το μέλλον
2. επρ, αύριο, mañana es lunes, αύριο είναι Δευτέρα
Estaba planeando estudiar mañana, Σχεδίαζα να μελετήσω αύριο
3.εκφ, a partir de mañana, από αύριο
hasta mañana, εις αύριο ή σε αποχαιρετισμό, τα λέμε αύριο
mañana por la mañana, αύριο το πρωί
mañana será otro día, αύριο είναι άλλη μέρα
no dejes para mañana lo que puedas hacer hoy, πρμ, μην αφήνεις, αναβάλλεις για αύριο,
ό, τι μπορέσεις, αυτό που μπορείς να κάνεις σήμερα
pasado mañana, περασμένο αύριο= μεθ-αύριο
mañanear 1. ρα, πρχ ξη-μερώνω= ξυπνάω, σηκώνομαι πολύ νωρίς, πολύ πρωί,
Pedro mañanea. Se levanta a las cinco para trabajar,
Ο Πέδρο ξυπνάει νωρίς. Σηκώνεται στις πέντε για να πάει στη δουλειά
mañanero, ra 1. ε, πρωινός, -ή, -ό, brisa mañanera, αύρα πρωινή
2. α θ, για άτομο που σηκώνεται νωρίς το πρωί, πρωινός, -ή
mañanita 1. θ, πλεκτή εσάρπα φορεμένη πάνω από νυχτικιά, σαν για το πρωινό κρύο
2. αρχή πρωινού, πρωινούλι
trasmañana 1. επρ, πρχ μετα-ημερα> μεθ-αύριο
amanecer 1. α, ξη-μέρωμα, χάραμα, llovió al amanecer, έβρεξε τα ξημερώματα
2. μτφ, ξημέρωμα, απαρχή, αυγή σε κάτι, el amanecer de la civilización,
el amanecer de la humanidad, οι απαρχές του πολιτισμού, ανθρωπότητας
amanecer 1. ραπ, ξη-μερώνει, ya ha amanecido, ήδη έχει ξημερώσει
está amaneciendo, ξημερώνει
2. ρα, για άτομο, ξημερώνομαι σαν να ξυπνώ το πρωί, amanecimos en Segovia,
ξυπνήσαμε στην Σεγκόβια
Amanecí cansado, ξύπνησα κουρασμένος
2. φθάνω τα ξημερώματα, amanecimos en Madrid, φθάσαμε στην Μαδρίτη με το χάραμα
3. μτφ, για πράγμα, σε τι κατάσταση ξημερώνεται, el jardín amaneció cubierto de nieve,
o κήπος ξημέρωσε σκεπασμένος με χιόνι
el día amaneció nublado, η μέρα ξημέρωσε συννεφιασμένη
4. κάτι βγαίνει με το χάραμα, ξημέρωμα, amaneció lloviendo, ξημέρωσε με βροχή
5. μτφ, ξημερώνει κάτι σαν να αρχίζει να φαίνεται, δηλώνεται,
amanecía una época de esplendor, ξημέρωνε μια εποχή λαμπρότητας
6. ραντ, ξημερώνομαι σαν να ξυπνώ, nos amanecimos con una buena noticia,
ξημερωθήκαμε, ξυπνήσαμε με μια καλή είδηση, νέο
7. εκφ, al amanecer, στο ξημέρωμα, χαράματα, se levanta al amanecer,
σηκώνεται στο ξημέρωμα, χαράματα
amanecida 1. θ, ξημέρωμα, αυγή, La búsqueda continuó toda la noche hasta la amanecida,
Η αναζήτηση συνεχίστηκε όλη νύχτα μέχρι την αυγή
2. το κιτρινωπό φως της αυγής
maduro, ra πρχ μαντ-ουρο> μεστ-ός, που είναι ώριμος
1. ε, για φρούτο, ώριμος, -η, -ο, γινωμένος, -η, -ο, este melón no está maduro,
αυτό το πεπόνι δεν είναι μεστό, γινωμένο
2. για άτομο με κρίση μεστή, ώριμος, -η, -o, para su edad es una chica muy madura,
για την ηλικία της είναι πολύ ώριμη
ή με ηλικία μεστή, ώριμος, -η, -o, μεστωμένος, -η, -o, le gustan los hombres maduros,
της αρέσουν οι ώριμοι άντρες
3. μτφ, ώριμος, -η, -o, decisión madura, απόφαση ώριμη
4. μτφ, για ιδέα, σχέδιο, ώριμος, -η, -o, este libro aún no está maduro para ser publicado, αυτό το βιβλίο δεν είναι ακόμη έτοιμο για να δημοσιευθεί
madurez πρχ μεστό-τητα
1. θ, για φρούτο, μέστωμα, γίνωμα, ωρίμανση, ωρίμασμα,
Estas uvas tienen el grado de madurez ideal para hacer vino,
Αυτά τα σταφύλια έχουν τον ιδανικό βαθμό ωριμότητας για να φτιάξουν κρασί
2. μτφ, ωριμότητα ικανότητας, a los veinte años había alcanzado ya la madurez artística,
στα είκοσι του χρόνια είχε ήδη αποκτήσει καλλιτεχνική ωριμότητα
3. μτφ, ωριμότητα μυαλού, κρίσης, σύνεση, demuestra madurez en su decisiones,
επιδεικνύει σύνεση στις αποφάσεις του
4. ώριμη ηλικία, ενηλικίωση, conoció a su esposa en su madurez,
γνώρισε την σύζυγο του στην ώριμη ηλικία του
inmadurez 1. θ, ανωριμότητα, Las reacciones exageradas de Emilio reflejan su inmadurez,
Οι υπερβολικές αντιδράσεις του Εμίλιο αντανακλούν την ανωριμότητά του
inmaduro, ra πρχ α-μεστος
1. ε, άγουρος, -η, -o, Sus frutos son verdes cuando están inmaduros,
Οι καρποί του είναι πράσινοι όταν είναι άγουροι
2. για άτομο, ανώριμος, -η, -o, era demasiado inmaduro, ήταν πολύ ανώριμος
3. για σχέδιο, ιδέα, πρώιμος, -η, -o
4. α θ, ανώριμος, -μη
maduradero 1. α, πρχ μεστο-μερος= ωριμαντήριο για φρούτα
madurador, ra πρχ μεστο-τηρ-ιος> που επιταχύνει το μέστωμα, ωρίμανση
1. ε, ωριμαντικός, -ή, -ό, un proceso madurador, μια διαδικασία ωριμαντική,
επιτάχυνσης της ωρίμασης
2. ιατ, επιταχύνων, -ουσα, -ον τον σχηματισμό πύου
madurar 1. ρμ, για φρούτα, ωριμάζω, μεστώνω,
el sol madura las frutas, ο ήλιος μεστώνει τα φρούτα
ρα, ya maduraron las cerezas, πλέον μέστωσαν τα κεράσια
2. ρμ, μτφ, μεστώνω μια σκέψη, ιδέα, σχέδιο σαν να το αναπτύσσω, ετοιμάζω,
maduraba su venganza, ανέπτυσσε, ετοίμαζε την εκδίκηση του
están madurando un nuevo proyecto de investigación,
αναπτύσσουν ένα νέο προτζεκτ έρευνας
3. ρα, για άτομο, μεστώνω σωματικά, νοητικά, ωριμάζω, todavía no ha madurado,
ακόμα δεν έχει μεστώσει, ωριμάσει
4. ρμ, κάτι με μεστώνει, ωριμάζει, el trabajo le hizo madurar,
η δουλειά τον έκανε να ωριμάσει
maduración 1. θ, μέστωμα, ωρίμανση, ωρίμασμα
2. για άτομο, μέστωμα μυαλού, ωριμότητα, ωρίμανση
3. μτφ, για ιδέα, σχέδιο, μέστωμα, ωρίμανση
madurativo, va 1. ε, μεστω-τικός, -ή, -ό, ωριμαντικός, -ή, -ό, που ωριμάζει κάτι
2. ιατ, επιταχύνων, -ουσα, -ον τον σχηματισμό πύου
3. α, μέσο για να μεστώσω το μυαλό κάποιου για να κάνει κάτι
prematuro, ra πρχ προ-μεστός, πριν να μεστώσει, ωριμάσει
1. ε, που συμβαίνει πριν την ώρα του, πρόωρος, -η, -o, πρώιμος, -η, -o,
has tomado una decisión prematura, έχεις πάρει μια πρόωρη απόφαση
2. ε, α θ, για παιδί που γεννιέται, πρόωρος, -η, -o, su primer hijo fue prematuro,
το πρώτο του παιδί ήταν πρόωρο
3. μτφ, που δεν είναι μεστό αρκετά= πρώιμος, -η, -o, ανώριμος, -η, -ο
prematuramente 1. επρ, πρόωρα, ha dado a luz prematuramente, γέννησε πρόωρα
los tomates maduran prematuramente por medios artificiales,
οι ντομάτες ωριμάζουν πρόωρα δια τεχνητά μέσα
madrugada πρχ ξη-μερ-άδα, που άγει το ξημέρωμα
1. θ, ξημερώματα, χάραμα, la fiesta duró hasta la madrugada,
η γιορτή κράτησε ως τα ξημερώματα
2. διάστημα μετά τα μεσάνυχτα μέχρι το ξημέρωμα, ξημερώματα, πρωί,
volvieron a las dos de la madrugada, επέστρεψαν στις δύο τα ξημερώματα, το πρωί
3. ξύπνημα ξημερώματος, πολύ πρωί, detesto las madrugadas,
σιχαίνομαι το πρωινό ξύπνημα
4. εκφ, darse una madrugada, σηκώνομαι τα χαράματα
de madrugada, στο ξημέρωμα, χάραμα, salieron a pescar de madrugada,
βγήκαν για ψάρεμα στο ξημέρωμα
madrugador, ra 1. ε, που σηκώνεται πολύ πρωί, πρωινός, -ή, -ό,
su hermano es madrugador, ο αδερφός του είναι πρωινός στο ξύπνημα
2. που συμβαίνει νωρίς, πρόωρος, -η, -ο, πρώιμος, -η, -ο,
las lluvias han sido este año muy madrugadoras,
η βροχές έχουν γίνει, έρθει αυτή την χρονιά πολύ πρόωρες
3. μτφ, για άτομο, έξυπνος, -η, -ο σε αντίληψη, σαν να έχει ξυπνήσει πιο νωρίς,
nadie le toma el pelo porque es muy madrugador,
κανείς δεν τον έπιανε κότσο γιατί είναι πολύ έξυπνος
madrugar πρχ ξη-μερο-άγω> άγω το ξημέρωμα
1. ρα, σηκώνομαι νωρίς το πρωί, no me gusta madrugar,
δεν μου αρέσει να σηκώνομαι νωρίς το πρωί
2. μτφ, συμβαίνει κάτι, γίνεται νωρίς, los goles madrugaron, τα γκολ ήρθαν νωρίς
3. μτφ, προλαβαίνω να κάνω κάτι πριν την κανονική του ώρα,
si madrugas en el trabajo, te vas, αν προλάβεις το φόρτο στην δουλειά, φεύγεις νωρίς
4. εκφ, no por mucho madrugar amanece más temprano, πρμ, κάθε πράγμα στον καιρό του
madrugón, ona 1. ε, οικ, για άτομο, πρωινός, -ή, -ó στο ξύπνημα
2. α, πρωινό ξύπνημα
3. εκφ, darse, pegarse un madrugón , οικ, σηκώνομαι από τα άγρια χαράματα
maitines 1. α πλ, θρη, όρθρος, επειδή γίνεται ξη-μέρωμα
2. εκφ, cantar maitines, ψέλνω τον όρθρο
llamar, tocar a maitines, σημαίνω τον όρθρο
matinal 1. ε, πρωινός, -ή, -ό
matiné, matinée 1. θ, θτρ, μεσημεριανή, μεσημβρινή παράσταση
matute 1. α, μτφ, λαθρεμπόριο, επειδή γίνεται ξημέρωμα
2. λαθραίο προϊόν
3. καταγώγιο για τυχερά παιχνίδια
4. εκφ, de matute, λαθραία, παράνομα, κρυφά, consiguió atravesar la frontera de matute,
κατάφερε να περάσει τα σύνορα λαθραία
matutear 1. ρα, κάνω λαθρεμπόριο
matutero, ra 1. α θ, λαθρέμπορος
matutino, na 1. ε, πρωινός, -ή, -ó, estrella matutina, πρωινό άστρο, Αυγερινός