ΜΑRΚΕΤ= ΠΡΧ (ΣΟΥΠΕΡ)-ΜΑΡΚΕΤ> ΑΓΟΡΑ, ΕΜΠΟΡΙΟ, ΚΑΙ ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
marketing 1. α, οκν, μάρκετινγκ, αγοραλογία, αγοραστική τέχνη
2. σνθ, marketing-mix, προώθηση προϊόντος
marketing directo, προώθηση προϊόντος απ’ ευθείας στον καταναλωτή
mercadotecnia, mercadología 1. θ, μάρκετινγκ
mercadotécnico, ca 1. ε, μαρκετο-τεχνικός= που ανήκει, σχετίζεται με το μάρκετινγκ, técnicas, estrategias mercadotécnicas, τεχνικές, στρατηγικές μάρκετινγκ
mercado 1. α, πρχ μάρκετ= αγορά, σημείο αγοραπωλησίας αγαθών, προϊόντων,
siempre hace la compra en el mercado, πάντα κάνει τα ψώνια στην αγορά
compro la fruta en el mercado, αγοράζω τα φρούτα από τη λαϊκή αγορά
sujeto a las leyes del mercado, που υπόκειται στους νόμους της αγοράς
2. αγορά γενικά, Marruecos es uno de los grandes mercados de especias,
το Μαρόκο είναι μια από τις μεγάλες αγορές των μπαχαρικών
3. σνθ, libre mercado, ελεύθερη αγορά
mercado alcista, bajista, χρμ, ανοδική, πτωτική αγορά
mercado a tanto alzado, χρμ, αγορά βάσει καθορισμένης συνολικής τιμής
mercado continuo, χρμ, συνεχής συναλλαγή
mercado bursátil, χρμ, χρηματιστηριακή αγορά
mercado de capitales, χρμ, κεφαλαιαγορά
mercado de divisas, χρμ, αγορά συναλλάγματος
mercado de futuros, χρμ, προθεσμιακή αγορά
mercado de valores, χρμ, αγορά αξιών
mercado encalmado, χρμ, επίπεδη αγορά
mercado sostenido, χρμ, σταθερή αγορά
Mercado Común Europeo, Ευρωπαϊκή Κοινή Αγορά
mercado de abastos, λαχαν-αγορά
mercado de materias primas, εμπόριο πρώτων υλών
mercado de trabajo, αγορά εργασίας
mercado en retroceso, αγορά σε ύφεση
mercado inmobiliario, αγορά ακινήτων
mercado interbancario, διατραπεζική αγορά
mercado interior, εσωτερική αγορά
mercado laboral, αγορά εργασίας
mercado mayorista, εμπόριο χονδρικής, χονδρική
mercado monetario, νομισματική αγορά
mercado negro, μαύρη αγορά
mercados financieros, χρηματοπιστωτικές αγορές
mercado único, ενιαία αγορά
4. εκφ, ir al mercado, πάω στην αγορά
lanzar al mercado, λανσάρω, ρίχνω στην αγορά
supermercado 1. α, σούπερ μάρκετ
mercadillo 1. α, πρχ μαρκετ-ουλι= λαϊκή αγορά, παζάρι, υπαίθρια αγορά,
Encontré el regalo perfecto para Juan en el mercadillo,
Βρήκα το τέλειο δώρο για τον Χουάν στην υπαίθρια αγορά
mercar 1. ρμ, ραντ, πάω στο μάρκετ= αγοράζω,
se mercó unos zapatos nuevos, αγόρασε μερικά παπούτσια καινούρια
Juana solía mercar pescado los lunes en el mercado,
Η Χουάνα συνήθιζε να αγοράζει ψάρια τις Δευτέρες στην αγορά
mercadear 1. ρα, πρχ μαρκετ-αρω= εμπορεύομαι, mercadea con el café,
εμπορεύεται με τον καφέ
Estos vendedores ambulantes mercadean con objetos,
Αυτοί οι πλανόδιοι πωλητές εμπορεύονται με αντικείμενα
mercadeo 1. α, εμπορία, εμπορευματοποίηση, se dedica al mercadeo de café,
ασχολείται στην εμπορία του καφέ
mercader 1. α θ, έμπορος, πωλητής, -ια, mercader de alfombras, έμπορος χαλιών
2. έμπορος σε καραβάνια, caravanas de mercaderes viajaban por la ruta de la seda,
καραβάνια εμπόρων ταξίδευαν στο δρόμο του μεταξιού
3. εκφ, El mercader de Venecia Shakespeare, o Έμπορος της Βενετίας
los mercaderes del templo, θρη, οι έμποροι του ναού
mercadera 1. θ, έμπορος, -ισσα
mercadería 1. θ, εμπόρευμα, se me arruinó toda la mercadería,
μου καταστράφηκε όλο το εμπόρευμα
mercaderil 1. ε, εμπορευματικός, -ή, -ό, που σχετίζεται με το εμπόριο, τους εμπόρους
mercachifle 1. α θ, πρχ μαρκετ-τσαφ> ψιλο= πλανόδιος, πλανόδια μικροπωλητής,
2. οικ, υτμ, μτφ, κομπιναδόρος, -ισσα
3. οικ, υτμ, μτφ, αγιογδύτης, αγιογδύτισσα
mercante 1. ε, εμπορικός, -ή, -ó, ruta mercante, εμπορικός δρόμος
flota mercante, εμπορικός στόλος
2. α, ναυ, εμπορικό πλοίο
mercantil 1. ε, εμπορικός, -ή, -ó, contrato mercantil, εμπορική σύμβαση, συμφωνία
2. σνθ, sociedad mercantil, εμπορική εταιρεία, επιχείρηση
operaciones mercantiles, εμπορικές δραστηριότητες
espíritu mercantil, εμπορικό πνεύμα
mercantilismo 1. α, μερκαντιλισμός, εμπορο-κρατισμός, εμπορο-κρατία
mercantilista 1. ε, κερδοσκοπικός, -ή, -ó
2. για δικηγόρο, ειδικευμένος, -η, -ο στο εμπορικό δίκαιο
3. α θ, οπαδός μερκαντιλισμού, εμποροκράτης
4. δικηγόρος εμπορικού δικαίου
mercantilizar 1. ρμ, εμπορεύομαι, εμπορευματο-ποιώ
mercantilización 1. θ, εμπορία, εμπορευματο-ποίηση
mercancía 1. θ, εμπόρευμα, en el almacén se acumulaba la mercancía,
στην αποθήκη σωριαζόταν το εμπόρευμα
2. σνθ, mercancías perecederas, ευπαθή εμπορεύματα
mercancías 1. α, σδρ, εμπορική αμαξοστοιχία, un mercancías descarriló cerca de Madrid,
μια εμπορική αμαξοστοιχία εκτροχιάστηκε κοντά στην Μαδρίτη
marchante, ta 1. α θ, έμπορος τέχνης
2. πλανόδιος, πλανόδια μικροπωλητής
marchantería, marchantía 1. εμπόρευμα, αγαθά μαρκετ-αγοράς
merchandising 1. α, εμπ, μερτσαντάιζινγκ, τεχνική για εμπορική ανάδειξη
2. προωθούμενα προϊόντα
merchero 1. α, μτφ, πρχ μαρκετ-αρης= μικροπωλητής χωρίς άδεια
2. άτομο που γυρνά και κάνει ψιλοκλεψιές, αλάνι, κουτσαβάκης
comercio 1. α, πρχ κο-μερσιο> συ-μαρκετ= εμπόριο, εμπορία αγαθών, προϊόντων,
El comercio entre estos países ha aumentado en la última década,
Το εμπόριο μεταξύ αυτών των χωρών έχει αυξηθεί την τελευταία δεκαετία
2. κατάστημα, μαγαζί, ¿A qué hora abren los comercios en esta plaza?
Τι ώρα ανοίγουν τα μαγαζιά σε αυτήν την πλατεία;
3. σύνολο καταστημάτων, αγορά, εμπορικά, el comercio cierra solo el domingo,
η αγορά κλείνει μόνο την Κυριακή
4. σνθ, comercio electrónico, ηλεκτρονικό εμπόριο
commercio justo, δίκαιο, θεμιτό εμπόριο
commercio mayorista, al por mayor, minorista, al por menor, χονδρικό, λιανικό εμπόριο libre comercio, ελεύθερο εμπόριο
comercio carnal, sexual, εμπόριο λευκής σαρκός
comercial 1. ε, εμπορικός, -ή, -ó, horario comercial, ωράριο εμπορικό
puerto comercial, λιμάνι εμπορικό
política, gestión comercial, εμπορική πολιτική, διαχείριση
aviación comercial, εμπορικές αερομεταφορές
déficit comercial, εμπορικό έλλειμμα
zona comercial, ζώνη εμπορική
2. που πουλάει στην αγορά, εμπορικός, -ή, -ό, se trata de un producto muy comercial,
πρόκειται για ένα προϊόν πολύ εμπορικό
es una película comercial, είναι μια εμπορική ταινία
3. με λίγη ποιότητα, αλλά που πωλείται, προωθείται, εμπορικός, -ή, -ό,
en la radio ponen mucha música comercial, στο ράδιο βάζουν πολλή μουσική εμπορική
4. α θ, πωλητής, -ια
comercialidad 1. θ, εμπορικότητα προϊόντος
comercializar 1. ρμ, διαθέτω στην αγορά, ρίχνω στην αγορά προϊόν,
la administración les puso muchos impedimentos para comercializar los artículos,
το δημόσιο τους έβαλε πολλά εμπόδια για να διαθέσουν τα προϊόντα στην αγορά
2. μτφ, εμπορευματοποιώ
3. ραντ, μτφ, εμπορευματοποιούμαι
comercialización 1. θ, διάθεση στην αγορά, la comercialización de un nuevo producto,
η διάθεση στην αγορά ενός νέου προϊόντος
2. μτφ, εμπορευματοποίηση, la comercialización de la literatura,
η εμπορευματοποίηση της λογοτεχνίας
3. προώθηση προϊόντος, διανομή
comercialismo 1. α, εμπορικότητα
comercializable 1. ε, εμπορεύσιμος, -η, -ο
comercialmente 1. επρ, εμπορικώς, από εμπορικής απόψεως
comercialmente, la película ha sido un éxito, εμπορικώς, η ταινία ήταν επιτυχία
comerciante 1. ε, α θ, εμπορεύων, -ουσα, -ον, ασκών, -ούσα, -óv εμπόριο, έμπορος
2. σνθ, comerciante al por mayor, χονδρέμπορος
comerciante al por menor, λιανέμπορος
comerciar 1. ρα, εμπορεύομαι, κάνω εμπόριο, comerciar en ganado con otras provincias,
εμπορεύομαι σε κτηνοτροφία με άλλες επαρχίες
comerciar con, en, εμπορεύομαι, κάνω εμπορία, comercia con naranjas,
κάνει εμπόριο πορτοκαλιών
2. εκφ, comerciar al por mayor, al por menor, κάνω χονδρικό, λιανικό εμπόριο,
comercia con frutas al por menor, πουλάει φρούτα λιανική
mercería 1. θ, πρχ μαρκετ-ερί> μικρό μαγαζί= κατάστημα ψιλικών, ψιλικά, ψιλικατζίδικο
mercero, ra 1. α θ, ψιλικατζής, ψιλικατζού
mercerizado 1. α, μερσερισμός
mercerizar 1. ρμ, πραγματοποιώ μερσερισμό
mercerización 1. θ, μερσερισμός
Mercurio 1. ονο, πρχ μαρκετ> θεός εμπορίου= Ερμής
Mercosur 1. α, Μερκοσούρ
mercurocromo 1. α, μερκουροχρώμ
mercromina 1. θ, μερκουροχρώμ
mercurio 1. α, χημ, πρχ μ-ερκουριο> μ-αργυριο= υδρ-άργυρος
mercurial 1. ε, υδραργυρούχος, -α, -o, residuos mercuriales, υπολείμματα υδραργύρου sales mercuriales, άλατα υδραργύρου
2. του Ερμή, fiestas mercuriales, τα Ερμαια, Έρμαια
3. α, βοτ, μερκουριάλις η πολυετής, σκυλόχορτο, σκαρόχορτο, σκαρολάχανο
mercúrico, ca 1. ε, χημ, υδραργυρικός, -ή, -ó
mercurioso, sa 1. ε, χημ, υδραργυρώδης, -ης, -ες, óxido mercurioso,
οξείδιο του υδράργυρου
mercurizado 1. α, χημ, επιμετάλλωση υδράργυρου
mercenario, ria 1. ε, α θ, πρχ μαρκετ-αριος> που πουλάει υπηρεσία= έμμισθος, -η, -ο
2. στρ, μισθο-φορικός, -ή, -ό, μισθο-φόρος, un cuerpo de mercenarios,
ένα σώμα από μισθοφόρους
3. α, μεροκαματιάρης σε γεωργικές δουλειές
merced πρχ μαρκετ> έχει τις ιδιότητες του δίνω κάτι, σαν σε αγορά
ή πρχ μερ-σεδ> μερ-ίδα ή μέρισμα> κάτι που δίνω σε κάποιον
ή πρχ μερσι γαλλικό> ευχαριστώ> χάρη
1. θ, ιστ, χάρη που έδινε ο βασιλιάς στους υφιστάμενους του,
el rey entregó como merced a los nobles un señorío,
o βασιλιάς παραχώρησε ως χάρη στους ευγενείς ένα φέουδο
2. καλοσύνη που κάνω σε κάποιον, en cuanto llegué tuvo la merced de recibirme,
όταν έφτασα είχε την καλοσύνη να με υποδεχτεί
3. μτφ, έλεος, el barco quedó a merced de los vientos,
το πλοίο έμεινε στο έλεος των ανέμων
4. προσφώνηση ευγενείας, vuesa, vuestra, su merced, η χάρη σας
vuestra merced viva muchos años, η χάρη σας να ζήσει πολλά χρόνια
5. θρη, Βασιλικό Τάγμα της Παναγίας του Ελέους
6. εκφ, a la merced de algo, alguien, στο έλεος κάποιου πράγματος, κάποιου
conceder una merced a alguien, κάνω μια χάρη σε κάποιον
merced a, χάρη σε, hemos ganado merced a vuestro esfuerzo,
έχουμε κερδίσει χάρη στην δική σας προσπάθεια
mercedario, ria 1. ε, θρη, σχετικός, -ή, -ó με το Στρατιωτικό και Βασιλικό Τάγμα της Παναγίας του Ελέους
2. α θ, μέλος του Στρατιωτικού και Βασιλικού Τάγματος της Παναγίας του Ελέους