MARISCAL

MARISCAL= ΠΡΧ ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΣΕ ΜΑΡΣ-ΚΑΛΕΙ> ΣΤΡΑΤΑΡΧΗΣ, ΠΡΧ ΜΕΡΑΡΧΗΣ

mariscal 1. α, στρ, στρατάρχης

2. σνθ, mariscal de campo, διοικητής μεραρχίας

maríscala 1. θ, σύζυγος του στρατάρχη

mariscalato 1. α, αξίωμα του στρατάρχη

Scroll to Top