MANGΑNEAR= ΠΡΧ ΜΑΓΓΑΝΕΥΩ> ΜΗΧΑΝΕΥΩ, ΜΗΧΑΝΗ, ΠΡΧ ΜΕΓΓΕΝΗ, ΠΡΧ ΜΑΝΙΚΩΝΩ,
ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
mangana 1. θ, πρχ μέγγενη= λάσο που ρίχνεται σε πόδια αλόγου, ταύρου
manganear 1. ρμ, πρχ πιάνω με μέγγενη= πιάνω με λάσο ζώο
mangonear 1. ρα, οικ, μτφ, πρχ μανικιάζω> βάζω το μανίκι μου εκεί που δεν με αφορά= ανακατεύομαι, χώνω τη μύτη μου, μπλέκομαι, le gusta mangonear, του αρέσει χώνεται,
siempre quiere mangonear, πάντα θέλει να ανακατεύεται,
No voy a permitir que vengas a mangonear en mis asuntos,
Δεν θα επιτρέψω να έρθεις να ανακατευτείς στις δουλειές μου
2. πρχ για άτομο που ζει σαν ψευτό-μαγκας> σουλατσάρω, ζω σαν τεμπέλης
3. ρμ, μτφ, έχω στο μανίκι κάποιον, κουμαντάρω, έχω του χεριού μου, χειραγωγώ,
su mujer le mangonea, η γυναίκα του τον κουμαντάρει, χειραγωγεί
Luisa es calladita y amable, pero no deja que nadie la mangonee,
Η Λουίζα είναι σιωπηλή και ευγενική, αλλά δεν αφήνει κανέναν να της κάνει κουμάντο
mangoneo 1. α, οικ, ανάμειξη, αδιακρισία, χώσιμο, μπλέξιμο σε ξένη υπόθεση
2. μτφ, κουμαντάρισμα, έλεγχος σε άτομο, χειραγώγηση
mangoneador, dora 1. ε, α θ, μτφ, για άτομο, που χώνει το μανίκι του, αδιάκριτος, -η, -o
2. χειραγωγικός, -ή, -ό, χειραγωγός
maganel 1. α, στρ, πρχ μαγκανελ> μηχανελι> μηχανή εκτόξευσης καταπέλτης
almajaneque 1. α, πρχ αλμαχανεκε> μηχανακι= καταπέλτης