MESÓN

MESÓN= ΠΡΧ ΜΕΖΟΝ-ΕΤΑ, ΠΡΧ ΜΟΝΗ, ΜΕΝΩΝ, ΠΑΡΑ-ΜΕΝΩ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ

mesón πρχ μεζον-έτα, μα(γα)ζόν= μαγαζί ή μέρος μόνιμο για κάτι

1. α, ταβέρνα, μπαρ για φαγητό, ποτό, estamos en un mesón, βρισκόμαστε σε μια ταβέρνα

2. πανδοχείο, pasaron la noche en un mesón, πέρασαν τη νύχτα τους σε ένα πανδοχείο

3. φσκ, μεσόνιο

mesonero, ra 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με ταβέρνα, πανδοχείο

2. α θ, πανδοχέας, ταβερνιάρης, -ισσα

mansión 1. θ, πρχ μαν-σιον> μονάσιον> μονή= μέρος δια-μονής, κατοικία ή έπαυλη, παλάτι,

tiene una gran mansión con piscina, έχει μια μεγάλη έπαυλη με πισίνα

2. διαμονή σε χώρο

3. σνθ, mansión señorial, μονή του σενιόρ> κυρίου= αρχοντικό

4. εκφ, hacer mansión, κάνω δια-μονή= διαμένω, παραμένω σε κάποιο μέρος

masada, masería πρχ μεζον-ετα

1. θ, τυπική αγροικία της περιοχής της Αραγονίας

masía 1. θ, τυπική αγροικία της Καταλονίας

menaje πρχ αντικείμενα, έπιπλα μονής> σε σπίτι

1. α, επίπλωση σπιτιού

2. κουζινικά σκεύη, μαχαιροπήρουνα

3. παιδαγωγικό υλικό

menonita πρχ μένων σε μέρος

1. ε, α θ, σχετικός, -ή, -ó με τους Μεννονίτες, μεννονίτης

mesnada πρχ μεσν-αδα> ο-μάδα ή μονάδα ατόμων

1. θ, συμμορία, ομάδα οπαδών, ακόλουθοι κάποιου

2. στρ, ιστ, ένοπλη συνοδεία ενός βασιλιά ή ευγενούς

mesnadero 1. α, στρ, πρχ μοναδ-αρης= μέλος ένοπλης συνοδείας βασιλιά ή ευγενούς

manir 1. ρμ, μαγ, μτφ, πρχ αφήνω να μείνει τρόφιμο= κρεμώ κρέας για να σιτέψει

manido, da 1. ε, πρχ μένων, για θέμα, υπόθεση, που μένει για καιρό τετριμμένος, -η, -o, κοινότοπος, -η, -o, χιλιοειπωμένος, -η, -o,

un tema manido, ένα τετριμμένο ζήτημα

2. για πράγμα, που μένει καιρό= φθαρμένος, -η, -o, ropa manida, φθαρμένα ρούχα

3. για φαγητό που μένει, χαλασμένος, -η, -ο, σαπισμένος, -η, -ο, comida manida

amainar πρχ μάϊνα= μαϊνάρω, ρίχνω πανιά, κατεβάζω κάτι, μένει κάτω κάτι

1. ρμ, ναυ, υποστέλλω, κατεβάζω πανιά, amainar las velas, καταβάζω τα πανιά

2. ρα, ρμ, μτφ, κάνω να μείνουν τα συναισθήματα, κατάσταση ήρεμα, μετριάζω, κατευνάζω, καταλαγιάζω,

Hablaremos cuando amaine tu ira, Θα μιλήσουμε όταν καταλαγιάσει ο θυμός σου,

ή πρχ μειώνω, su amor amainaba con la distancia, η αγάπη του μειωνόταν με την απόσταση

3. μετ, για καταιγίδα, καιρό, μειώνεται ένταση, μένει ήρεμο, κοπάζω, καταλαγιάζω,

El viento amainó, y la cometa cayó al suelo, Ο άνεμος κόπασε και ο χαρταετός έπεσε στο έδαφος,

amaina el temporal, η καταιγίδα κοπάζει

amaine 1. α, μετ, μένει ο καιρός ήρεμος= εξασθένιση, κατασίγαση, κοπασμός, καταλάγιασμα

2. μτφ, μετριασμός συναισθήματος

3. ναυ, μάϊνα στα πανιά

guindamaina πρχ αγάντα-μάϊνα= ανέβα-μείωνω

1. θ, ναυ, χαιρετισμός καραβιών με ανέβασμα-κατέβασμα της σημαία τους

permanecer 1. ρα, πρχ περ-μαν-εσερ> παρα-μένω

για άτομο, πράγμα, μένω, παραμένω σε μια κατάσταση, μέρος,

María permaneció dos años en Grecia, η Μαρία παρέμεινε δύο χρόνια στην Ελλάδα

todo permanece igual, όλο παραμένει ίδιο,

permanece quieto, παρέμεινε ήσυχος,

permanecer inmóvil, παραμένω ακίνητος

permanencia 1. θ, παρα-μονή σε χώρο, κατάσταση,

su permanencia en Grecia, η παραμονή του στην Ελλάδα

2. διαμονή σε χώρο

permanencias 1. θ πλ, εκπ, πρχ παραμονές= φύλαξη, επιτήρηση σε σχολείο, ολοήμερο σχολείο από δάσκαλο

permanentado, da 1. ε, πρχ περμανάτος, -η, -ο= με περμανάντ

permanente 1. ε, μόνιμος, -η, -ο, σε χώρο, κατάσταση, sin olvidar que la guerra permanente en Europa fue una fuente de sufrimiento continuo para mucha de su población,

χωρίς να ξεχνάμε ότι ο μόνιμος πόλεμος στην Ευρώπη ήταν πηγή συνεχών δεινών για μεγάλο μέρος του πληθυσμού της

2. σε χρόνο, διαρκής, -ής, -ές, συνεχής, -ής, -ές, servicio permanente, συνεχής εξυπηρέτηση,

un país de lluvias permanentes, μια χώρα με συνεχείς βροχοπτώσεις

permanente 1. α, περμανάντ για το μαλλί, μόνιμο στυλ,

hacerse la permanente, κάνω την περμανάντ

permanentemente 1. επρ, μονίμως, μόνιμα στο χώρο, χρόνο, κατάσταση, συνεχώς,

El niño creció con la mirada de su madre permanentemente encima,

Το παιδί μεγάλωσε με το βλέμμα της μητέρας του μόνιμα πάνω του

remanencia 1. θ, φσκ, παραμένουσα μαγνήτιση

remanente πρχ παρα-μένων

1. ε, εναπομείνας, -ασα, -αν, El líquido remanente, Το εναπομείναν υγρό

2. α, περίσσευμα απο κάτι, προιόντων, εμπορεύματος

3. υπόλοιπο λογαριασμού

4. σνθ, remanente de beneficios, παραμένοντα οφέλη= πλεονάζοντα κέρδη

remansar 1. ρμ, πρχ ρε-μαν-σαρ> να ηρε-μήσω κάποιον ή κάνω να παρα-μείνει ήρεμος,

κατευνάζω, Sus palabras remansaron la discusión, Τα λόγια του ηρέμησαν την διαμάχη

2. ραντ, ηρεμεί η ροή νερού ή παραμένει νερό ήρεμο = αναστέλλω τη ροή ενός υγρού,

el río se remansa en un recodo, το ποτάμι ηρεμεί σε μια στροφή

remanso πρχ ρε-μανσο> παρα-μονή ψυχική, πρχ η-ρε-μία

1. α, πρχ ήρεμα νερά ποταμιού, el remanso de las aguas, η ηρεμία των υδάτων

2. μτφ, πρχ ήρεμο μέρος, ήσυχο, απάγκιο, καταφύγιο

3. κατεύνασμα πνευμάτων, έντασης

4. εκφ, remanso de paz, παραμονή ειρήνης= σημείο γαλήνιο,

esta playa es un remanso de paz, αυτή η παραλία είναι ενα σημείο γαλήνιο

inmanentismo 1. α, φλφ, εμμενισμός

inmanente πρχ εμ-μένων σε κάτι

1. ε, φλφ, για ουσία, εμπειρία, έμ-φυτος, -η, -ο, εν-υπάρχων, -ουσα, -ον, συμ-φυής, -ής, -ές

tiene una concepción inmanente de la realidad,

έχετε μια έμφυτη αντίληψη της πραγματικότητας

inmanencia πρχ εμ-μενότητα που είναι μέσα σε κάτι

1. θ, φλφ, ενύπαρξη, εγκατοίκηση ουσίας, εμπειρίας

2. θρη, πανταχού παρουσία

Scroll to Top