MANCHA= ΠΡΧ ΜΑΚΟΥΛΑ> ΜΑΚΑ> ΛΕΚΕΣ, ΚΗΛΙΔΑ, ΚΑΙ ΤΙΣ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥΣ
mácula πρχ μάκα= λεκές, πρχ μα-κηλί-δα= κηλίδα
1. θ, κηλίδα, στίγμα σε τιμή, υπόληψη, φήμη, ιστορικό,
su hijo es la mácula de la familia, Ο γιος του είναι η κηλίδα, το στίγμα της οικογένειας
Es un hombre honrado, y tiene una reputación sin mácula,
Είναι ένας έντιμος άνθρωπος και έχει μια υπόληψη ακηλίδωτη
2. κηλίδα, λεκές, σε φόρεμα, επιφάνεια
3. αστρ, τυπ, κηλίδα, Al orientar el telescopio hacia el sol, se pueden observar máculas,
Όταν στρέφετε το τηλεσκόπιο προς τον ήλιο, μπορούν να παρατηρηθούν κηλίδες
4. ανα, ωχρά κηλίδα, La mácula del ojo te permite percibir los distintos colores,
Η ωχρά κηλίδα του ματιού σου επιτρέπει να αντιλαμβάνεσαι τα διαφορετικά χρώματα
macular 1. ρμ, μτφ, σπιλώνω, κηλιδώνω υπόληψη, φήμη
2. λεκιάζω σε φόρεμα, επιφάνεια, σαν να κάνω μάκα,
La tinta negra maculó el puño de mi camisa,
Το μαύρο μελάνι λέκιασε τη μανσέτα του πουκαμίσου μου
3. ε, σχετικός, -ή, -ό με την mácula, κηλιδωτός, -ή, -ό
maculatura 1. ρμ, τυπ, μελανωμένο φύλλο
inmaculada 1. θ, ανευ-μάκας, κηλίδας, λεκέ= άμωμη, αμόλυντη, άσπιλη
2. εκφ, la Inmaculada Concepción, Άμωμος Σύλληψη
inmaculadamente 1. επρ, άσπιλα, αμόλυντα
inmaculado, da 1. ε, πρχ ανευ-μάκας= άσπιλος, -η, -o, αμόλυντος, η, -o, άμωμος, -η, -ο
ακηλίδωτος, -η, -ο
mancha 1. θ, πρχ μάκα= λεκές ή σημάδι από βρωμιά, μελάνι, mancha de suciedad, tinta,
2. κηλίδα, σημάδι σε δέρμα ή ζώο, perro blanco con manchas negras,
σκύλος λευκός με κηλίδες μαύρες
3. μτφ, κηλίδα, στίγμα, μελανό σημείο σε υπόληψη, όνομα κάποιου
Tiene algunas manchas en su historial laboral,
Έχει κάποιες μελανά σημεία στο εργασιακό του ιστορικό
4. μτφ, κηλίδα σε διαμάντι, ατέλεια
5. αστρ, κηλίδα
6. τεχ, σκίτσο, προσχέδιο
7. μτφ, κομμάτι, σημείο σαν κηλίδα, La mayoría del área es puro desierto, pero cerca del manantial hay una mancha de vegetación, Το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής είναι καθαρή έρημος, αλλά κοντά στην πηγή υπάρχει ένα κομμάτι βλάστησης
8. σνθ, mancha de nacimiento σημάδι, λεκές από τη γέννηση
mancha de petróleo, κηλίδα πετρελαίου
mancha solar, μάκα από ήλιο, ηλιακή= πανάδα
9. εκφ, extenderse como mancha de aceite, οικ, εξαπλώνομαι σαν λεκές λαδιού> σιγά σιγά sacar, quitar una mancha, βγάζω ένα λεκέ
Mancha 1. ονο, el canal de la Mancha, το κανάλι της Μάγχης
la Mancha, η Μάντσα
manchar 1. ρμ, κάνω μάκα σε κάτι= λεκιάζω, λερώνω, κηλιδώνω,
el vino manchó el mantel, ο οίνος λέκιασε το τραπεζομάντηλο
2. μτφ, για υπόληψη, όνομα, λερώνω, λεκιάζω, ατιμάζω, κηλιδώνω, στιγματίζω, σπιλώνω
esa calumnia manchó el nombre de su familia,
αυτή η συκοφαντία κηλίδωσε το όνομα της οικογένειας του
3. ρα, λερώνω, λεκιάζω, la pared está recién pintado y mancha,
ο τοίχος είναι φρεσκο-βαμμένος και λεκιάζει
4. ραντ, λερώνομαι, λεκιάζομαι, me he manchado las manos, έχω λερώσει τα χέρια μου
5. μτφ, για υπόληψη, όνομα, ατιμάζομαι, κηλιδώνομαι, σπιλώνομαι, στιγματίζομαι,
su reputación se manchó a causa de sus estafas,
η υπόληψη του σπιλώθηκε εξαιτίας των απατεωνιών του
manchego, ga 1. ε, σχετικός, -ή, -ό με τη Λα Μάντσα της Ισπανίας
2. α θ, γηγενής, κάτοικος της Λα Μάντσα
manchego 1. α, τυρί μαντσέγο
mancheta 1. θ, τυπ, μτφ, άρθρο
manchón 1. α, μεγάλος λεκές σε ρούχο, επιφάνεια από βρωμιά, μελάνι
mancilla θ, πρχ μακούλα= λεκές, κηλίδα σε φήμη, όνομα
mancillar 1. ρμ, λεκιάζω, σπιλώνω, κηλιδώνω την φήμη, όνομα κάποιου
2. μτφ, θαμπώνω την όψη σε κάτι, el tiempo lo mancilla todo, ο χρόνος τα θαμπώνει όλα
amancillar 1. ρμ, σπιλώνω, κηλιδώνω την φήμη, όνομα κάποιου
magulladura 1. θ, πρχ μάκα στο δέρμα = μώλωπας, κάκωση
magullar 1. ρμ, προκαλώ μάκα> κάκωση, μωλωπίζω, El codazo de Juan durante el partido magulló a su oponente en la cara, Ο αγκώνας του Χουάν κατά τη διάρκεια του αγώνα μωλώπισε τον αντίπαλο του στο πρόσωπο
2. ρμ, ραντ, μτφ, για φρούτα, χαλάω, σαπίζω σαν να έχω μάκα στον φλοιό,
Las naranjas se magullaron durante el trayecto en el camión,
Τα πορτοκάλια χάλασαν κατά τη διάρκεια του ταξιδιού με το φορτηγό
3. ραντ, υφίσταμαι κάκωση, γεμίζω μώλωπες
magullamiento 1. α, μώλωπας, κάκωση, μωλωπισμός
maqueta 1. θ, μακέτα
2. πρόπλασμα
maquetar 1. ρμ, κάνω μακέτα
maquetación 1. θ, τυπ, πλφ, σελιδοποίηση
maquetador, ra 1. α θ, τυπ, πλφ, μακετίστας, -ια
maquetista 1. α θ, μακετίστας
2. μοντελιστής, -ια
maque 1. α, πρχ σα μακα λαμπερή ή πρχ μ-ακα> λ-άκα= λάκα, βερνίκι
maquear 1. ρμ, λακάρω, βερνικώνω έπιπλο
2. οικ, μτφ, πρχ μακετάρω κάποιον εμφανισιακά= ντύνω στην τρίχα, σενιάρω,
la madre los maqueó para ir a la fiesta, η μητέρα τους έντυσε καλά για να πάνε στην γιορτή
3. οικ, μτφ, για αμάξι, μακετάρω όπως θέλω= τροποποιώ, συναρμολογώ
ή για υπολογιστή, ρούχο, τροποποιώ, διευθετώ σύμφωνα με ανάγκες ή προτιμήσεις χρήστη
4. ραντ, ντύνομαι στην τρίχα, ¡cómo te has maqueado!, se nota que tienes una cita,
πως μακεταρίστηκες> ντύθηκες στην τρίχα! φαίνεται πως έχεις ραντεβού
maquis 1. α, οργάνωση μακί
2. α θ, μακί, αντάρτης, -ισσα
maillot 1. α, πρχ μαιγιοτ> μαγιό ολόσωμο γυναικείο
2. αθλ, αθλητικό φανελάκι ποδηλάτη ή κορμάκι
3. κορμάκι χορού
4. σνθ, maillot amarillo, rosa, verde, σε ποδηλασία, κίτρινη, ροζ, πράσινη φανέλα
malla πρχ μαλα> μαλλί= τριχιά, τρίχα για δίχτυ
1. θ, ύφασμα σαν πλέγμα από κρίκους, δίχτυ πανοπλίας
ή κρίκος, malla pequeña
2. ύφασμα δίχτυ, πλεχτό, medias de malla, διχτυωτό καλσόν
una bolsa de malla, μια τσάντα από δίχτυ
3. δίχτυ, φιλέ, envió el balón al fondo de las mallas,
έστειλε την μπάλα στα δίχτυα
4. μτφ, δίχτυ σαν δομή, Malla de comunicaciones, δίκτυο επικοινωνιών
5. σνθ, malla cristalina, κρυσταλλικό πλέγμα, κρυσταλλική δομή
malla de alambre, συρματό-πλεγμα
malla metálica μεταλλικό πλέγμα
la Malla Mundial, πλφ, o Παγκόσμιος Ιστός
mallas 1. θ πλ, πλεχτό ρούχο
2. αθλ, καλσόν χορού ή γυμναστικής, κολάν
mallar 1. ρα, πρχ μαλλάρω= πλέκω
2. πιάνω ψάρι στο δίχτυ
mallero, ra 1. α θ, κατασκευαστής, -ια διχτυών
desmallar 1. ρμ, πρχ ξε-μαλλιάζω= ξηλώνω δίχτυ, ύφασμα πλεχτό ή άλλο με παρόμοια δομή
desmalladura 1. θ, ξήλωμα σε δίχτυ, ύφασμα πλεχτό ή άλλο με παρόμοια δομή
enmallarse 1. ραντ, πρχ εν-μαλλιάζομαι= για ψάρι, πιάνομαι στα δίχτυα
enmalle 1. α, απλάδι
remallar 1. ρμ, πρχ ρε-μα-λαρ> ρελιάζω, στριφώνω
remalladora 1. θ, ραπτομηχανή ρελιάσματος
remalladura 1. θ, ρέλιασμα, στρίφωμα
trasmallo 1. α, πρχ τρι-μαλλο= μονωμένο δίχτυ
majada 1. θ, πρχ μαχαλάς ή μτφ, μάκα σαν σημείο= μαντρί, στάνη
majadal 1. α, έδαφος βοσκής, μτφ, σαν μάκα> περιοχή
2. έδαφος με κοπριά
majadear 1. ρα, περνώ τη νύχτα στο μαντρί
2. ρμ, κοπρίζω την γη
amajadar 1. ρμ, ρα, μαζεύω στο μαντρί
apabullar 1. ρμ, οικ, πρχ απα-βουλαρ> απο-σβολώνω κάποιον, τον αφήνω άναυδο, άφωνο,
tanta generosidad me apabulla, τόση γενναιοδωρία με αφήνει άφωνο
2. αποσβωλώνω> κατατροπώνω, el corredor apabulló a sus rivales,
o δρομέας κατατρόπωσε τους αντιπάλους του
le apabulló con sus comentarios, τον αποστόμωσε με τα σχόλια του
3. ραντ, οικ, αποσβολώνομαι ψυχικά, τα χάνω, σαστίζω, ταράζομαι,
me apabullé con tanta gente gritando, τα έχασα με όλον αυτόν τον κόσμο που φώναζε
se apabulló y no pudo contestar correctamente,
σάστισε και δεν μπόρεσε να απαντήσει σωστά
apabullante 1. ε, οικ, πρχ αποσβολωτικός, -ή, -ό, που καταπλήσσει, αφήνει άναυδο, άφωνο,
consiguieron una victoria apabullante, κατάφεραν μια νίκη αποσβολωτική = εκπληκτική